Jules Verne


Τα παιδιά


Ξεκινώντας από


Ψηφοθηρία

Καλύτερος κωμικός;
 

Related Items








O Django και οι κλώνοι του Franco Nero

Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας έχοντας δύο... Σέργιους. Ο Λεόνε με την τριλογία του "Ανθρώπου χωρίς Όνομα" συνέταξε τη γραμματική του σπαγγέτι western. Ο έτερος Σέρτζιο, ο Sergio Carbucci, με τον Django κατέγραψε την αργκό του είδους. 


O "καταραμένος" ήρωας της άγρια Δύσης με το σκοτεινό κι αμφίβολο παρελθόν, έσερνε μαζί του ένα φέρετρο και δεν ανέβαινε ποτέ σε άλογο. Έκτοτε όλοι ήθελαν να του μοιάσουν.




Οι πρώτες σπαγγέτι western ταινίες -καουμπόικα έργα γυρισμένα σε ιταλικά στούντιο- εμφανίστηκαν στις αρχές του '60. Στα μέσα της δεκαετίας απόκτησε χαρακτηριστικά ξεχωριστού κινηματογραφικού είδους και άρχισε να γνωρίζει επιτυχία. Εκτός από την ιταλική γλώσσα, τα χαμηλά κόστη παραγωγής και η μινιμαλιστική φωτογραφία, συνήθως συνέπεια της φτηνής παραγωγής,  έκανε αρχικά τις ταινίες αυτές να ξεχωρίζουν από τις αντίστοιχες αμερικάνικες.  Έπειτα αναπτύχθηκαν υφολογικές διαφορές. Τα ιταλικά γουέστερν έγιναν πιο τολμηρά και πιο βίαια. Οι ήρωες έγιναν πιο "βρώμικοι" και λιγότερο "δίκαιοι" και "μεγαλοπρεπείς".  Τα κεντρικά θέματα των σεναρίων ήταν η εκδίκηση, οι εγκληματικές συμμορίες και το κυνήγι του εύκολου χρήματος. Μια ταινία σπαγγέτι μπορεί να φαίνεται από παρά πολύ φτηνή έως υπερβολικά μεγάλη παραγωγή, όμως πάντα τα μπάτζετ ήταν χαμηλά, γεγονός που έκανε τους κινηματογραφιστές να ψάξουν τρόπους να κρύψουν τη γύμνια, όπως με τα πολλά κοντινά στα πρόσωπα των ηρώων ή με πολύ γενικά ερημικών τοπίων.

Αρχέτυπο μπορεί να θεωρηθεί η τριλογία του Λεόνε για τον Άνθρωπο χωρίς Όνομα (ή αλλιώς η τριλογία του Δολαρίου) με πρωταγωνιστή τον Κλιντ Ηστγουντ και τη μουσική του Ενιο Μορικόνε, δηλαδή οι ταινίες Για μια χούφτα Δολάρια (1964), Για μια χούφτα Δολάρια ακόμα (1965) και Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος (1966). Αυτή η τελευταία κόστισε ενα εκατομμύριο δολάρια, ποσό ρεκόρ για ένα σπαγγέτι. Το "Μια φορα κι ενα Καιρό στη Δύση" ακολούθησε τη "τριλογία", έχοντας τα ίδια χαρακτηριστικά με τις προηγούμενες με τη διαφορά όμως ότι δεν πρωταγωνιστούσε ο Ηστγουντ.

Η μουσική των σπαγγέτι γουέστερν είναι επίσης ιδιαίτερη. Ψυχεδελική και επική συνάμα. Ο Ενιο Μορικόνε πρόσθεσε καινούργια όργανα στα σάουντρακ βάζοντας ακόμα και ηλεκτρικές κιθάρες. Στο παράξενο "Matalo" (1970- στην Ελλάδα κυκλοφόρησε με τον τίτλο "Κρεμάστε τα κτήνη!") ο συνθέτης Mario Migliardi πειραματίστηκε με ψυχεδελικές ροκ μουσικές. Άλλοι συνθέτες που επιδόθηκαν στο είδος ήταν οι Bruno Nicolai, Gianni Ferrio, o Luis Bacalov, o Piero Umiliani...

Η αισθητική των σπαγγέτι επηρέασε με τη σειρά της το αμερικάνικο γουέστερν- σαν αντιδάνειο. Ένα παραδειγμα είναι το Billy the Kid του Σαμ Πέκινπα. Με τους Ιταλούς το γουέστερν επαψε να είναι αμερικάνικη "φουστανέλλα".

Με τη επιτυχία του Λεόνε και όλους τους παραγωγούς να ψάχνουν για Ιταλικες ταινίες με πιστολέρος, ο Sergio Carbucci εκτοξεύει το 1966 τον Django! Ο πρώην στρατιώτης και νυν πιστολέρο Django επιστρεφει στα βόρεια των Μεξικανικών συνόρων μετά τον Εμφυλιο. Η μόνη του αποσκευη είναι ένα φέρετρο που το σέρνει με σκοινί. Μέσα έχει το αγαπημένο του όπλο, ένα δυνατό πολυβόλο. Έτσι μπαίνει σε μια πόλη παρηκμασμένη, μια πόλη-φάντασμα γεμάτη άνεργες πόρνες. Η μεθοριακή πόλη βρίσκεται στη δίνη δυο συμμοριών. Από τη μια είναι οι ιλαροί σαδιστές Banditos, με αρχηγό τον στρατηγό Hugo Rodriguez. Είναι Μεξικάνοι και θελουν χρήματα για να αγοράσουν τα όπλα που θα τους βοηθήσουν να περάσουν τα σύνορα.  Από την άλλη μεριά είναι οι ντόπιοι Φανατικοί, που μοιάζουν με τη Ku Klux Klan, φέρουν κόκκινες κουκούλες και αρχηγό έχουν τον άκαρδο Τοπάρχη, τον Jackson, ο οποίος είναι και υπεύθυνος για το θάνατο της γυναίκας του Django. 

Αναπόφευκτα θα χρειαστεί να πολεμήσει και με τις δυο συμμορίες. Αρχικά γλιτώνει τη Μαρία, μια νεαρή πόρνη, από τα χέρια των Banditos, και στη συνέχεια τα βάζει με τους Φανατικούς που πουλάνε προστασία στον οίκο ανοχής. Συνάπτει σχέση με τη Μαρία και συμφιλιώνεται -περιστασιακά- με τους Banditos οι οποίοι θα τον προδώσουν. Στο τέλος αντιμετωπίζει και τις δυο συμμορίες στο κοιμητήρι της πόλης και φυσικά το λόγο έχει το σπάνιο πολυβόλο που έκρυβε στο φέρετρο.

Ο Corbucci είχε γυρίσει δυο γουέστερν πριν τον Django, αλλά εδώ δημιουργεί μια ατμόσφαιρα πολύ διαφορετική. Τα συνήθως ηλιόλουστα τοπία των γουέστερν δεν υπάρχουν, παρα σκοτεινοί ουρανοί και "αιχμηρές" αντηλιές. Οι δρόμοι είναι λασπωμένοι και οι ήχοι απόμακροι και τρομακτικοί. Οι σκηνες βίας είναι πιο ρεαλιστικές και σαδιστικές. Έτσι κάνει ένα καινούργιο πάντρεμα, εισαγάγει ατμόσφαιρα και στοιχεία των σύγχρονων ιταλικών ταινιών τρόμου στο γουέστερν (*) . Οι κόκκινες κουκούλες των Φανατικών, θυμίζουν πιο πολύ τους αιρετικούς στο Kill Baby Kill του Mario Bava. Η σκηνογραφία στους εσωτερικούς χώρους έχει το γοτθικό στυλ που συναντάμε στα ιταλικά horror. Εξάλλου και τα δυο είδη ταινιών γυρίζονταν την ίδια εποχή στα ίδια στούντιο της cinecitta. Ο σκηνοθέτης είχε τη φαεινή ιδέα να τα φέρει πιο κοντά. 

Μεγάλο όφελος είχε ο πρωταγωνιστής, ο ηθοποιός που υποδυόταν τον Django, ο Franco Nero, που ξαφνικά έγινε σταρ. Ο Francesco Sparanero (το αληθινό του όνομα) απο την Πάρμα είχε παίξει μέχρι τότε σε διάφορες άσημες φτηνοπαραγωγές του Antonio Margheriti, κυρίως επιστημονικης φαντασίας, όπως το Wild, Wild Planet. Ο Sergio Corbucci προόριζε για τον ρόλο τον Mark Damon, που είχε εμφανιστεί σε γουέστερν ως Johnny Oro. Το έπεισε όμως να δοκιμάσει τον 23χρονο Franco η βοηθός του Silvia Dionisio, η σύζυγος του Ruggero Deodato (**). O Nero αποδείχτηκε ιδανικός για το ρόλο μ' εκείνο το αργό και επιφυλακτικό του στυλ. Είχε μια εκφραση ακόμα πιο αψυχολόγητη από τον Ηστγουντ του Λεόνε. Έφτιαξε έναν ολόκληρο αντι-ήρωα (ή έναν καλτ ήρωα). Ο Στρατηγος Hugo αποκαλεί τον Django "ληστή, φονιά και παρανομο" και ο Νέρο με το στυλ του κάνει αυτά τα λόγια να ακούγονται σαν κομπλιμέντο. Φυσικά πήρε το όνομα του από τον Django Reinhardt, τον γνωστό τσιγγάνο κιθαρίστα της τζαζ.

Στο σαουντρακ ο Luis Bacalov πειραματίστηκε με πολλά όργανα. Τα τραγούδια ερμηνευουν οι Rocky Roberts και Roberto Fia.

Παρόλο που η προβολή της ταινίας απαγορεύτηκε στην Αγγλία εξαιτίας των βίαιων σκηνών και δεν κατάφερε να βρει διανομή στην Αμερική, ο Django γνώρισε τεράστια επιτυχία στην Ιταλία, την Ισπανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η επιτυχία ήταν τέτοια που παρόμοιες παραγωγές άλλαζαν την τελευταία στιγμή τα σενάρια ή απλά μόνο τον τίτλο της ταινίας ώστε να περιλαμβάνει τον Django. Έτσι έχουμε το φαινόμενο να έχουμε μια σειρά ταινιών με ήρωα τον Django χωρις όμως να αποτελούν σίκουελ της πρωτότυπης ταινίας. Σε πολλές από αυτές η λέξη Django εμφανίζεται μόνο στον τίτλο και πουθενά αλλού. Οι ταινίες αυτές υπολογίζονται σε 20 (***) αλλά δεν αποκλείεται να υπήρξαν περισσότερες. Φυσικά σε καμμία από αυτές δεν εμφανιζόταν ο Franco Nero, παρα διάφοροι κλώνοι του και η σκηνοθεσία ήταν άλλων. Η μόνη "κανονική", επίσημή συνέχεια του Django και με τον Νέρο είναι το  Django 2: il grande ritorno του 1987. Ένα παρόμοιο φαινόμενο κλώνων έχουμε με τον Bruce Lee και τους Bruce Li, Bruce Le, Dragon Lee...

Την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε ο Django (1966) βγαίνουν άλλες δυο ταινίες με τον ίδιο ήρωα. Το "Pochi dollari per Django" (Λίγα δολλάρια για τον Τζάνγκο), ιταλική παραγωγή με σκηνοθέτη τον Leon Klimovsky και πρωταγωνιστή τον (Ιταλό κατα τα άλλα) Antony Steffen. Φαινεται πως αρχικά η ήρωας λεγόταν Regan και ξαναβαφτίστηκε στην πορεία σε Django. Είναι μια τυπική ταινία για το είδος, με πολύ καλή φωτογραφία, αλλά δεν έχει τίποτα κοινό με το δημιούργημα του Corbucci. Η άλλη ταινία της χρονιάς είναι το "Django spara per primo" (Ο Τζάνγκο πυροβολεί πρώτος) με τον Glen Saxson να υποδύεται τον Glen Garvin. Η ταινία του Alberto di Martino είναι ακόμη ένα παράδειγμα της πρώτης επιρροής του Django με το όνομα να αναφέρεται ελάχιστα μέσα στην ταινία, περισσότερο να υπαινίσσεται ότι οι θεατές παρακολουθούν άλλη μια περιπέτεια του αγαπημένου τους ήρωα. Κατά τα άλλα η ταινία βρίσκεται πιο κοντά στην παράδοση του αμερικάνικου γουέστερν, είχε όμως μια καταπληκτική μουσική του Bruno Nicolai. Ο Alberto di Martino γυρνούσε την ίδια εποχή κατασκοπικά Eurospy όπως το OK Connery (ή Μυστικός Πράκτωρ 00).

Αναμενόμενο ήταν η επόμενη χρονιά, το 1967, να είναι η χρονιά της Τζάνγκομανίας! Ενδιαφέρουσα είναι η ταινία  ή αλλιώς "Django, Kill... If You Live, Shoot!" του Giulio Questi με τον Thomas Milian στο ρόλο του "Ξένου" που για εμπορικούς λόγους έγινε Django στον διεθνή τίτλο. Ένα θεότρελο γουέστερν με τον Τζάνγκο να τον κυνηγάνε οι "Muchachos", μια συμμορία ομοφυλόφυλων εγκληματιών με μαυρα ρούχα. Το "Non aspettare Django, spara" (Μην περιμένεις, Τζάνγκο, Πυροβόλα!) του Edoardo Mulargia είναι γυρισμένο στο πνευμα της αυθεντικής ταινίας. Ο πρωταγωνιστής Ivan Rassimov μοιάζει στον Νέρο και στην ταινία είναι ο Django Foster. Υπάρχει το φέρετρο και μια προσπάθεια συνέχειας του μύθου, αν και σε λιγότερο μακάβρια βερσιόν. Ο ίδιος σκηνοθέτης θα γυρίσει δυο χρόνια αργότερα το "Lesbo" με τη Γκιζέλα Ντάλι.

Η ιστορία του Django αποκτά στοιχεία σαπουνόπερας με την ταινία "Il figlio di Django" (O γιος του Τζάνγκο) με τον γιο να ψάχνει το δολοφόνο του πατέρα του. Μάλλον μπανάλ ιστορία του Osvaldo Civirani με τον Gabriele Tinti, που επαιξε και στις περισσότερες ταινίες της σειράς "Εμμανουέλλα". Στο "Bill il taciturno" ή "Django Kills Softly" ο σκηνοθέτης Massimo Pupillo και ο George Eastman ως Django προσπαθούν κάτι να τσιμπήσουν από την επιτυχία του πρωτότυπου έργου. Ο Eastman πρωταγωνιστεί την ίδια χρονιά και σε ένα ακόμα σπαγγέτι το "L'ultimo killer" (Ο τελευταίος φονιάς) του Giuseppe Vari που θα βγει από την Ιταλία ως "Django the Last Killer". Τέλος, η ταινία "La più grande rapina del west" (Η μεγαλύτερη ληστεία της Δύσης) του Maurizio Lucidi για τις ανάγκες προώθησης ο τίτλος θα γινει "Halleluja for Django".

O Βενετσιάνος Terence Hill πριν το Τρινιτά εμφανίστηκε ως Django στην ταινία Preparati La Bara ή Viva Django του Ferdinando Baldi. Είναι η πρώτη ταινία με θέμα τις περιπέτεις του Django για το 1968 (έκανε πρεμιέρα το Γενάρη του έτους). Η πλοκή θυμίζει λίγο την αυθεντική ταινία, καθώς ο Django κυνηγάει τον δολοφόνο της γυναίκας του, τον οποίο υποδύεται ο George Eastman. Είναι ένα καλό γουέστερν, ο Χιλλ είναι ένας αξιοπρεπής Django, λείπει όμως η μιαρή ατμόσφαιρα του Carbucci. Καλό ήταν και το σάουντρακ του Gian Piero Reverberi.  Το "Il suo nome gridava vendetta" του Mario Caiano είναι η δεύτερη ταινία στην οποία ο Antony Steffen φέρεται να παίζει το ρόλο του Django- θα ακολουθήσουν κι άλλες. Η πρώτη ήταν το "Λίγα δολλάρια για τον Τζανγκο". Για την ακρίβεια όμως μόνο στη Γερμανική κόπια αυτής της ταινίας εμφανίζεται ο ήρωας μας, που βγήκε στις γερμανικές αίθουσες με τον τιτλο "Django spricht das Nachtgebet".

Το 1968 έχουμε και την πρώτη αναφορά στον Django σε αμερικάνικη ταινία, με έναν κάπως λοξο τρόπο. Το "Brand of Shame" είναι μια ερωτική ταινία διδύμου David Friedman/Byron Mabe (σενάριο/σκηνοθεσία) που ασχολήθηκαν με το Sexploitation, σοφτ τσόντες, δηλαδή, για άμεση εκμεταλλευση στα κατάλληλα σινεμά πριν επιτραπεί το πορνό. Πρόκειται για ένα γουέστερν με ερωτικό περιεχόμενο το οποίο στην Ευρώπη κυκλοφόρησε σαν Nude Django ή Django Nudo και φαίνεται να είχε κάποια επιτυχία στη Γερμανία. Περιέχει μια επιμηκυμένη σκηνή με το μαστίγωμα μιας κοπέλας.

Σειρά έχει ένας ακόμα Σέργιος του ιταλικού σινεμά να μπει στην υπόθεση Django! Ο Sergio Garrone, ένας "καταραμένος" σκηνοθέτης των b-movies, εγινε περισσότερο γνωστός τη δεκαετία του 70 με το SS Experiment Camp, μια τσόντα που διαδραματιζόταν στα κρατητήρια των Ναζί. Φυσικά "πατούσε" στο "Salo" του Παζολίνι και έδινε μια καθαρά πορνογραφική εκδοχή. Η σοκαριστική αυτή ταινία είχε πάνω απο δεκα συνέχειες (απ' τις οποίες σκηνοθέτησε μόνο την 5η) και εγκαινίαζε μια υπο-κατηγορία των b-movies, τα Naziploitation. Πριν επιδοθεί στα πορνό, O Sergio Garrone, γύρισε τρεις ταινίες με αναφορά στον Django. To "Se vuoi vivere... spara" (Αν θέλεις να ζήσεις...Πυροβόλα) με τον Ivan Rassimov ήταν η πρώτη το 1968.

Ο Γκαρόνε είναι από τους λίγους που θα μπορούσαν να αποδώσουν το κλίμα του Django. Το "Django il bastardo" του 1969 είναι μια πολύ καλή επιστροφή του ήρωα, κοντά στο πνεύμα του Corbucci. Πρωταγωνιστεί ο Antony Steffen. Γυρίστηκε με σκοπό να αποτελέσει συνέχεια της πρώτης ταινίας, ένα σίκουελ, και δεν αποδόθηκε ένας χαρακτηρισμός για την προώθηση. Γκροτέσκα ατμόσφαιρα, στοιχεία ταινίας τρόμου, λασπωμένα κοιμητήρια και ένας Django με ψυχολογία ήρωα των κόμικς. Το σάουντρακ υποβλητικό, θα μπορούσε να "κολλήσει" το ίδιο καλά σε μια ταινία τρόμου.  Αντίθετα το "Una lunga fila di croci" της ίδιας χρονιάς και με τον ίδιο πρωταγωνιστεί (!) δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη ταινία. Ο διεθνής τίτλος "Hanging for Django" είναι μάλλον μια εφεύρεση για διαφημιστικούς λόγους.

Η επιτυχία του Django στη Γερμανία φαίνεται και στο παραδειγμα του "Dio perdoni la mia pistola" των Mario Gariazzo και Leopoldo Savona (ελληνικός τίτλος: Εγώ συγχωρώ το πιστόλι μου όχι). Ο ήρωας της ταινίας είναι ο Johnny Texas και η σχέση με τον Django είναι τα Γερμανικά πλακατ που λένε "Django - Gott, vergib seinem Colt".

 
Ο Sartana ήταν άλλος ένας δημοφιλής ήρωας των σπαγγετι γουέστερν που είχε μια τύχη ανάλογη με αυτή του Django. Πρωτοεμφανίστηκε το 1968 στην ταινία "Se incontri Sartana prega per la tua morte" (Αν συναντήσεις τον Σαρτανα προσευχήσου να πεθάνεις) του Gianfranco Parolini και τον υποδυόταν ο Gianni Garko. Ο Garko είχε ένα φυζίκ παρόμοιο με του Νέρο. Ακολούθησαν δεκάδες επαναλήψεις, κατα τα πρότυπα του Django, από τις οποίες μόνο τέσσερις θεωρούνται αυθεντικές. Το 1970 ο Sartana θα συνατήσει τον Django στην ταινία "Django sfida Sartana" (Τζάνγκο εναντίον Σαρτανα). Στην ταινία του Pasquale Squitieri κανένας από τους δύο δεν παρουσιάζεται στην αυθεντική του μορφή. Ο Tony Kendall παίζει τον Django και ο George Ardisson τον Sartana. Σε αντίθεση με τον τίτλο, οι δύο ήρωες ενώνουν τις δυνάμεις τους για να πολεμήσουν το έγκλημα. Το πάντρεμα των δύο ηρώων φάνηκε να έχει επιτυχία κι έτσι σύντομα κυκλοφόρησε το "Arrivano Django e Sartana... è la fine" (Ο Τζανγκο κι ο Σαρτανα έρχονται... να το τέλος!) των Fidani και Spataro.

To 1971 κυκλοφόρησε το "Anche per Django le carogne hanno un prezzo" ή "A Pistol for Django" του Luigi Batzella με τον Jeff Cameron ως Django. Της σειράς ταινία, χωρίς αισθητικές ομοιότητες με το πρωτότυπο, όμως ιδιοποιείται απ' την αρχή το όνομα του ήρωα. Την ίδια χρονιά ο Edoardo Mullargia θα ξαναασχοληθεί με τον ήρωα μας στην ταινία "W Django!" ή "Viva! Django" με τον Αnthony Steffen που εξελίχθηκε σε έναν ιδανικό αναπληρωματικό Django. To W Django είχε μουσική του Piero Umiliani.

Από το 1972 αρχίζει να σβήνει το άστρο του Τζανγκο. Τα γουέστερν δεν είναι πια τόσο δημοφιλή στο κοινό που απευθύνονταν που προτιμά τώρα σοφτ πορνό ή αστυνομικά, ενώ κερδίζουν έδαφος οι κοινωνικές ταινίες με πολιτικά πυροτεχνήματα.  Τη χρονιά αυτή βγαίνει η ταινία Django... Adios! του Roberto Mauri. Ο πρωτότυπος τίτλος ήταν "Seminò la morte... lo chiamavano Castigo di Dio" και ήταν το τελευταιο γουέστερν του σκηνοθέτη. Ο Αμερικάνος Brad Harris -αργότερα εμφανίστηκε σε μια απ τις πολλές συνέχειες του S.S. Experiment Camp, αλλά και στο Dallas- έπαιζε τον Durango (Django έγινε στην αγγλική βερσιόν).

O Django έζησε την εποχή που τα γουέστερν γέμιζαν τις αίθουσες των σινεμά που πρόβαλαν ταινίες β' διαλογής. Δεκάδες ταινίες έφεραν το όνομα του ακόμα κι αν δεν υπήρχε αναφορά μέσα στο έργο. Τραβούσε το κοινό που ήθελε τους κινηματογραφικούς ήρωες να μοιάζουν με αυτούς των κόμικς και των βιβλίων τσέπης. Ίσως βοήθησε και το εύηχο όνομα.

Το 1986, είκοσι χρόνια μετά την επιτυχία του, ο Sergio Corbucci γύρισε μια ταινία εντελώς αψυχολόγητη.  Το Django 2: il grande ritorno (Η μεγάλη επιστροφή) ή Django Strikes Again είναι το μόνο αυθεντικό σίκουελ του Django. Πρωταγωνιστεί ο Franco Nero και σκηνοθετεί ο Nello Rossati. Πλούσια παραγωγή, κοστούμια, πολεμικές σκηνές, γυρίσματα στην Κολομβία, αλλά χωρίς τη φρεσκάδα της πρώτης ταινίας. Περισσότερο σαν μια προσπάθεια των παραγωγών να πιάσουν την αγορά των βιντεο κλαμπ θα μπορούσε να εκληφθεί.

Επισκεφτείτε την κατηγορία μας "Posters" για να δείτε μια συλλογή με κινηματογραφικές αφίσες του Django. Από την εποχή που η cinecitta παρήγαγε ταινίες "με το κιλό" και κάθε γειτονιά είχε το σινεμά της.

του Μάκη Μακελάρη




(*)  Once Upon a Time in the Italian West (Howard Hughes), εκδόσεις Ι.Β. Tauris (NY)

(**) Ο R. Deodato, γνωστος σκηνοθέτης ταινιών τρόμου και σπλάτερ. Εκτος των άλλων γύρισε το αμφιλεγόμενο Cannibal Holocaust (1980)

(***) Historical Dictionary of Westerns in Cinema (Paul Varner), εκδοση Scarecrow Press,Inc