Jules Verne


Ξεκινώντας από


Ψηφοθηρία

Η ταινία που ζούμε είναι...
 

Related Items









VAMPYRER: Το υπαρξιακό δράμα του βρικόλακα


Όταν ένας σκηνοθέτης είναι μετανάστης στις ταινίες του κυριαρχεί το πρόβλημα της αποδοχής.

Είναι οι προκαταλήψεις, οι απρόσωποι νόμοι ή η εχθρική στάση των κατοίκων. Πολλές φορές όμως ο ήρωας έχει να αντιμετωπίσει τους όμοιους του που δεν τον αφήνουν να ενταχθεί στο σύνολο. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται για βρικόλακα.



Οι αδελφές Βάνια και Βέρα είναι δυο νεαρές δρακουλίνες στη σύγχρονη και αναπτυγμένη Σουηδία. Ντυμένες απλά, νεανικά, δεν κινούν υποψίες καθως δε μοιάζουν με "ξενα" όντα, μόλις που διακρίνεις μια χλομάδα στα πρόσωπα τους. Κυκλοφορούν αποκλειστικά τη νύχτα στους έρημους δρόμους της Στοκχόλμης και συχνάζουν σε μπαρ, σε μεταμεσονύκτιες προβολές άδειων κινηματογράφων ή πηγαίνουν απρόσκλητες σε φοιτητικά πάρτι. Εκεί απομονώνουν τα θύματα τους. Προσποιούμενες πως ψάχνουν για ερωτικό σύντροφο, ξεμοναχιάζουν και τρυπούν με ένα σουγιά την αρτηρία στο λαιμό του θύματος. Έτσι πίνουν το αίμα που εκτοξεύεται, δεν δαγκώνουν ούτε έχουν σουβλερά δόντια όπως τα βαμπίρ στην "φολκλορική" εκδοχή.

Εμείς παρακολουθούμε τις κοπέλες για ένα βράδυ. Είναι το βράδυ αυτό που θα κάνουν ένα λάθος που θα αποδειχτεί μοιραίο. Διαλέγουν να τραφούν από έναν μοτοσικλετιστή, μέλος κάποιας συμμορίας, που τον "ψαρεύει" η Βέρα σε ένα μπαρ. Οι υπόλοιποι της συμμορίας μόλις αντιληφθούν τι έπαθε ο φίλος τους, βγαίνουν στο κυνήγι για να εντοπίσουν τις δυο αδελφές.

Αγνοώντας τις κινήσεις της συμμορίες, η Βέρα και η Βάνια ζουν το δικό τους δράμα, το αδιέξοδο της σχέσης τους, την κρίση ταυτότητας και το διατροφικό πρόβλημα. Η Βάνια είναι αυτή που θέλει να αλλάξει τη μοίρα της. Κλέβει ένα σαλάμι από ένα παντοπωλείο που διανυκτερεύει και κρύβεται σε ένα υπόγειο. Το δοκιμάζει. Η γεύση της φαίνεται απαίσια και κάνει εμετό, όμως προσπαθεί. Αργότερα θα εκδηλώσει δειλά τις προθέσεις της στην αδερφή της, αφού πρώτα κάνει μια διερευνητική κουβέντα για τη "φύση" τους και τους γονείς τους. "Υπάρχουν κι άλλες τροφές. Δεν είναι νόστιμες αλλά κάνουν τη δουλειά τους", λέει. Στο τέλος αποκαλύπτεται. Γνώρισε κάποιο αγόρι και θέλει να φύγει μαζί του. Κάπου μακριά- δεν έχει τόση σημασία.

Η Βέρα αντιδρά, δεν την αφήνει να φύγει. Είναι επικίνδυνο, δεν είναι στη "φύση" τους, αργά ή γρήγορα το αγόρι θα καταλάβει με ποια έχει να κάνει. Οι άνθρωποι ποτέ δε θα την αποδεχτούν, ούτε μπορούν να συμβιώσουν με έναν βρικόλακα. Κυρίως όμως φοβάται -κι ας το κρύβει- τη μοναξιά. Να μείνει ένας μοναχικός βρικόλακας στον κόσμο των ανθρώπων. Αν και αυτή έχει κουραστεί επίσης. Οι δυο αδερφες μένουν αναποφάσιστες, ταλαντεύονται ανάμεσα στη λύπη και την απόφαση.  Τη λύση θα τη δώσουν οι μοτοσυκλετιστές που φτάνουν για την εκδίκηση. Η Βέρα τους αντιμετωπίζει με τη ζωή της, αφήνοντας έτσι τη Βάνια να φύγει για να δοκιμάσει την ανθρώπινη ζωή. Το πρωί φέρνει τη Βάνια στο σταθμό να συναντά το αγόρι της. Το φως του ήλιου το αντέχει.

Αυτό είναι το στόρι της περσινής (2008) ταινίας Vampyrer, σουηδική παραγωγή με τον διεθνή τίτλο "Not like Others" (Όχι σαν τους άλλους). Μια λυρική ταινία τόσο απλή όσο και φιλοσοφημένη. Δυο παρείσακτοι στον κόσμο- η τόλμη αυτού που θέλει να ενταχθεί, η λύπη γι' αυτόν που αφήνει, και η μοναξιά αυτού που μένει πίσω. Θα μπορούσε να διαβαστεί με πολλούς τρόπους. Όμως, οι αφιλόξενοι δρόμοι στο νυχτερινό τοπίο της μεγαλούπολης και η καταγωγή του σκηνοθέτη μας κάνουν να δούμε πίσω από όλα αυτά τον μετανάστη.

Σκηνοθέτης και σεναριογράφος είναι ο Σουηδός -κατά τα άλλα- Peter Pontikis. Γεννήθηκε στη Στοκχόλμη το 1976 και σπούδασε Καλές Τέχνες στο Πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης. To Vampyrer είναι το ντεμπούτο του, η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, μετά από τρεις μικρου μήκους. Η πρώτη μηκου μήκους ήταν το 2003 με τίτλο Fiskar (Ψάρια) κι ακολούθησαν τα Paketet (Δώρο) και Futurevision του 2006. Παραγωγός είναι ο Patrick Sobieski, προφανώς πολωνικής καταγωγής.

Αν και έχουμε ηρωίδες βαμπίρ (τις υποδύονται οι Jenny Lampa και Ruth Vega Fernadez- παιδιά μεταναστών κι αυτές αν κρίνουμε από τα ονόματα), οι συγγένειες του Vampyrer πρέπει να αναζητηθούν άλλου. Μόνο επιφανειακές ομοιότητες έχουμε με το σχετικά πρόσφατο Les deux orphelines vampires (Δύο ορφανές βρικολακίνες) του κλασσικού πια Jean Rollin. Αντίθετα μια φετινή ταινία από την Κορέα, βραβευμένη στις Κάννες, η Δίψα (Bakjwi) του Chan-wook Park (γνωστού από το Oldboy), ασχολείται με το δράμα ενός άλλου βρικόλακα. Ένας καθολικός ιερέας γίνεται βαμπίρ μετά από μια μετάγγιση αίματος. Από τότε παραδίδεται στις σαρκικές απολαύσεις μαζί με τη λαχτάρα για αίμα. Ο πρώην αγνός ιερωμένος παλεύει μέσα του το διχασμό.

Από τον γραφικά τρομακτικό Bela Lugosi πολλά άλλαξαν. Φαίνεται πως η ανθρωπότητα αγρίεψε τόσο πολύ που τα βαμπίρ δεν απειλούν κανένα. Πετάχτηκαν στο περιθώριο, σαν παλιοί ευγενείς που τους έμεινε μόνο ο τίτλος, από νέα πιο αιμοβόρικα πλάσματα. Στην καλύτερη περίπτωση έχουν υποβαθμιστεί σε απλούς τσαντάκηδες.

Αυτό μας διδάσκει ο Πέτερ Ποντίκης με το μικρό κι απλοϊκό αριστούργημα του. Δυστυχώς οι κριτικοί ή δεν το πρόσεξαν ή το παρανόησαν.

   
του Μάκη Μακελάρη