Jules Verne


Ξεκινώντας από


Ψηφοθηρία

Η ταινία που ζούμε είναι...
 

Related Items









Social Life in small urban spaces

Μια συνήθεια των Θεσσαλονικέων όταν είναι επιβάτες στο λεωφορείο είναι να κοιτούν αυτούς που ανεβαίνουν.

Μπορεί να βρίσκονται στο πιο πολυσύχναστο μέρος, με ένα σωρό πράματα να δεις από το τζάμι, όμως τη στιγμή που ανοίγουν οι πόρτες θα γυρίσουν να δουν ποιος ανεβαίνει. Και παρακολουθούν με απορημένο ύφος μέχρι ο νέος επιβάτης να κάνει το αναμενόμενο: να ακυρώσει το εισιτήριο.

Αυτή η μικρή αδιακρισία δέχεται πολλές ερμηνείες, όπως η έλλειψη αστικής κουλτούρας ή η νοοτροπία κλειστής κοινωνίας και άλλα που δεν είναι του παρόντος.

Τέτοιες σκέψεις απασχολούσαν και τον William H. Whyte όταν το 1979 ετοίμαζε το ντοκιμαντέρ που θα γινόταν κλασικό, το "Social Life in small urban spaces" (Η κοινωνική ζωή στους δημόσιους χώρους). Με την τεχνική της κάμερας στυλό παρατηρεί τη συμπεριφορά των ανθρώπων της πόλης και συγκεκριμένα τη συμπεριφορά τους και την κίνηση τους στις πλατείες και τα πάρκα.


Ο William Whyte (1917-1999) από την Πενσιλβανία εξέδωσε το 1956 ένα βιβλίο με τίτλο "The Organizing Man" και πούλησε πάνω από δυο εκατομμύρια αντίτυπα. Ήταν μια μελέτη για τη μεσαία τάξη των προαστίων. Τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε με την πολεοδομία, το αστικό τοπίο και τους τρόπους ορθολογικής ανάπτυξης των αστικών κέντρων. Μέσα στις αναζητήσεις του ήταν και το πρότζεκτ "Street Life" του οποίου μέρος αποτελεί το ντοκιμαντέρ Social life.

Αυτό το ωριαίο φιλμ είναι πολύ ασυνήθιστο. Παρακολουθεί τους ανθρώπους σαν σύνολο όταν βρίσκονται στους εξωτερικούς χώρους  του κέντρου της πόλης, όπως παρατηρούμε τα μυρμήγκια που μπαίνουν στη σειρά ή που φτιάχνουν τις φωλιές τους. Ξεκινά από την πλατεία Seagram της Νέας Υόρκης, μια πολύ δημοφιλή πλατεία της πόλης. Ο στόχος του είναι να αποδείξει γιατί ορισμένοι τέτοιοι χώροι είναι τόσο πολυσύχναστοι ενώ άλλοι παρόμοιοι απωθούν τους περαστικούς.

Η Νέα Υόρκη ενδείκνυται για τέτοια μελέτη και λόγω της ρυμοτομίας της αλλά και για το ενδιαφέρων των αρχών για καλύτερη ποιότητα ζωής. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 ο Δήμος έδινε γενναιόδωρα φοροαπαλλαγές σε όσους εργολάβους προέβλεπαν μια μικρή πλατεία μαζί με το κτήριο. Το Seagram είναι ένα πετυχημένο παράδειγμα αυτής της πολιτικής, όπου οι περαστικοί μπορούν να βρουν ένα μέρος στην καρδιά της πόλης για να ξαποστάσουν, να κουβεντιάσουν ή να φάνε κάτι πρόχειρο. Με την ίδια πολιτική όμως δημιουργήθηκαν άλλες πλατείες όχι τόσο επιτυχημένες, νεκρές και αφιλόξενες που κατέληξαν κακόφημες. Εδώ καλέιται να δώσει εξήγηση ο Whyte με την παραγωγή της Municipal Art Society of New York. Στήνει κινηματογραφικές μηχανές και φιλμάρει αδιάκοπα τον κόσμο που περνά.


Έχοντας ένα αχανές υλικό στα χέρια του, το αναλύει και το 1979 παρουσιάζει μια μονταρισμένη βερσιόν της μίας ώρας. Αυτή η ταινία μας θυμίζει τον "Άνθρωπο με την κινηματογραφική μηχανή" (Τζίγκα Βερτόφ 1929)- θα μπορούσε μάλιστα να θεωρηθεί η αμερικάνικη εκδοχή του "κινηματογράφου-μάτι" (kino-glaz). Και εδώ ο κινηματογραφικός φακός παίζει το ρόλο του ματιού που συλλαμβάνει τις κινήσεις των ανθρώπων και "βλέπει" περισσότερα από το ανθρώπινο μάτι, όμως ο σκοπός είναι πιο πραγματιστικός και άμεσα χρήσιμος. Οι αναλύσεις του Whyte ακούγονται στην αφήγηση που συνοδεύει τα πλάνα καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας. Η φωνή είναι του ίδιου.

Ένα από τα συμπεράσματα είναι η χρησιμότητα των σιντριβανιών. Μια πλατεία που διαθέτει συντριβάνια προσελκύει περισσότερο κόσμο γιατί εκτός από τα αισθητικά αποτελέσματα, δημιουργεί ένα τοίχος "λευκού" θορύβου ανάμεσα στον ακάλυπτο χώρο και το δρόμο. Άλλο συμπέρασμα είναι ότι οι διαβάτες προτιμούν πλατείες με επίπεδα και σκαλοπάτια για να καθίσουν παρά παγκάκια. Σε άλλο σημείο ο Whyte αντικρούει τους φόβους αυτών που υποστηρίζουν πως στους ανοιχτούς χώρους μαζεύεται ύποπτος κόσμος με το επιχείρημα ότι τέτοιος κόσμος προτιμά τις έρημες τοποθεσίες.

Επίσης, κάνει παρατηρήσεις για το πόσο μεγάλη πρέπει να είναι μια πλατεία, πόσο πράσινο χρειάζεται, κι ακόμα πιο λεπτομερείς όπως ποια γωνία προτιμούν οι περιστασιακοί θαμώνες και ποια οι μόνιμοι. Πότε και που κοντοστέκονται για να ανταλλάξουν δυο κουβέντες και πότε κάθονται για να φάνε κάτι. Επί μία ώρα παρακολουθούμε ανθρώπινους σχηματισμούς στο μικροσκόπιο.



Με αφορμή την ταινία δεν γίνεται να μην σκεφτούμε τα δικά μας χάλια. Εμείς φροντίσαμε να χτίσουμε όλες τις ανοιχτωσιές (νομίζοντας οτι ειναι "τρύπες") και χτίσαμε χωρίς σχέδιο και συνείδηση για την πόλη. Οι λιγοστοί ανοιχτοί χώροι είναι καπαρωμένοι από τις καφετέριες κι όσοι θέλουν να καθίσουν στα λιγοστά επίσης πάρκα θεωρούνται ύποπτοι. Επόμενο είναι να μην έχουμε τη συνείδηση του αστού που περιδιαβαίνει με άνεση την πόλη του. Το ζήτημα της "Ιδανικής Πόλης" απασχολεί τον δυτικό ουμανισμό από την Αναγέννηση. Μάλιστα ο σχεδιασμός ολόκληρων πόλεων ανατέθηκε σε καλλιτεχνες.

Τέλος, στη Ελλάδα η εξουσία ποτέ δεν αξιοποίησε τις δυνατότητες του κινηματογράφου όπως έκαναν οι δυτικοί. Εδώ το μέλλον του αστικού τοπίου ήταν και είναι στα χέρια ημιμαθών υπαλλήλων με δικά τους κριτήρια και οφέλη.


του Μάκη Μακελάρη