|

Βλέποντας την εκπομπή του ZDF για το πως θα είμαστε σε 50 χρόνια θα περιμέναμε να δούμε ιπτάμενα αυτοκίνητα, ρομπότ με νοημοσύνη και επιστημονική φαντασία. Όμως ο κόσμος μας δε φαίνεται πολύ διαφορετικός. Όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί το τοπίο δεν πρόκειται να αλλάξει δραματικά. Η μεγάλη αλλαγή θα είναι αόρατη και θα αφορά την ηλεκτρονική δικτύωση.
Τρεις ταινίες του '60 παρουσίαζαν σενάρια επιστημονικής φαντασίας μέσα σε ένα περιβάλλον καθημερινό και σύγχρονο της εποχής. Η μεγάλη αλλαγή που βλέπουμε σ' αυτές τις ταινίες είναι επίσης αόρατη αλλά αφορά το πολίτευμα.

"Black leather, black leather Smash, smash, smash Black leather, black leather Crash, crash, crash Black leather, black leather Kill, kill, kill
I got that feeling Black leather rocks"
Η ταινία The Damned του Joseph Losey είναι γεμάτη παραξενιές. Πρώτα το σενάριο είναι χωρισμένο στα δύο, σε δυο ιστορίες, οι οποίες βέβαια έχουν συνέχεια, αλλά με έναν πολύ ανέμελο τρόπο. Την ίδια ανεμελιά δείχνουν και οι ήρωες που αφήνονται να τους οδηγεί η τύχη. Έπειτα, αν και έχουμε μια ταινία επιστημονικής φαντασίας και αναφέρεται σε μια μελλοντική εποχή, το τοπίο είναι σύγχρονο του έργου. Βλέπουμε τον κόσμο στα 1961 με τη διαφορά ότι οι άνθρωποι μοιάζουν λίγο κουρδισμένοι και άβουλοι. Από τον κανόνα ξεφεύγουν ένας Αμερικάνος και μια παρέα τεντιμπόηδων με περφέκτο.
Η πρώτη σεκάνς είναι χαρακτηριστική. Ένας Αμερικάνος τουρίστας στέκεται να φωτογραφίσει ένα αξιοθέατο της παραθαλάσσιας κωμόπολης. Μια κοπέλα τον πλησιάζει και τον επικρίνει: "Δεν έχετε δει ποτέ δημόσιο ρολόι;". Απομακρύνεται και ο Αμερικάνος παίρνει το κατόπι το προκλητικό κορίτσι. Πιο πέρα μια παρέα ζωηρών νεαρών με δερμάτινα κοροϊδεύουν τους κουρδισμένους περαστικούς. Όταν ο αρχηγός τους αντιλαμβάνεται τον Αμερικάνο με το κορίτσι καλεί την παλιοπαρέα σε στρατιωτική σύνταξη (κι αυτό κοροϊδευτικά). Σ' όλη τη διάρκεια της σεκάνς ακούμε το ροκάδικο σουίνγκ "Black Leather".

Το κορίτσι είναι η Joan και ο αρχηγός των νεαρών, ο King (τον υποδύεται ο Oliver Reed), είναι αδερφός της. Το πρώτο μέρος αναφέρεται στη σχέση αυτών των δύο και τον Αμερικάνο, τον Simon (τον υποδύεται ο MacDonald Carey). Ο King χρησιμοποιεί την αδερφή του σαν δόλωμα για τα θύματα του. Έτσι, η συμμορία επιτίθεται στον Simon, τον χτυπά και του κλέβει το πορτοφόλι. Στο πρώτο μέρος επίσης, ο Simon συναντά τον Bernard, έναν επιστήμονα που δουλεύει κάποιο άκρως απόρρητο σχέδιο. Αυτή η συνάντηση είναι ο συνδετικός κρίκος με το δεύτερο μέρος.
Η Joan (την υποδύεται η Shirley Ann Field) τελικά θα κλεφτεί με τον Simon και η συμμορία του αδερφού της θα τους κυνηγήσει. Προσπαθώντας να ξεφύγουν από τον King ανακαλύπτουν μια μυστική σπηλιά. Εδώ ξεκινά η δεύτερη ιστορία. Στην σπηλιά κατοικεί μια ομάδα παράξενων παιδιών. Δεν έχουν βγει ποτέ από κει μέσα και η θερμοκρασία του σώματος είναι πολύ χαμηλή- είναι τα παγωμένα παιδιά. Η μόνη επαφή που έχουν με τον έξω κόσμο, τον οποίο γνωρίζουν ότι υπάρχει αλλά αγνοούν τη μορφή του, είναι ο επιστήμονας μας ο Bernard. Αυτό λοιπόν ήταν το μυστικό -άκρως απόρρητο- σχέδιο του. Πειραματίζεται με αυτά τα παιδιά που τα σώματα τους είναι ραδιενεργά και συνεπώς είναι τα μόνα που μπορούν να επιβιώσουν στην περίπτωση πυρηνικού πολέμου. Τα ίδια αγνοούν το τι τους συμβαίνει.
Όσο πλησιάζουμε στο φινάλε η πλοκή γίνεται πιο κλισαρισμένη. Το ζευγάρι Simon και Joan θα λυπηθούν τα παιδιά και, παρότι επικίνδυνα, θα τα βοηθήσουν να δραπετεύσουν. Όμως ο Bernard προσπαθεί να υπερασπίσει το πείραμα του. Έτσι έρχεται η σύγκρουση.
Στο φινάλε, το ερώτημα που απασχολεί το ζευγάρι είναι το μέλλον του κόσμου. Αφήνουν αιχμές για κάποια μεγάλη καταστροφή που συνέβη πρόσφατα στη Γη και "δεν έχει αφήσει τίποτα".
Ο σημαντικός σκηνοθέτης Joseph Losey (1904-1984), αφού διώχθηκε από τις ΗΠΑ με τις επιτροπές του Μακάρθυ, αποφάσισε να συνεχίσει την καριέρα του στην Αγγλία. Αυτή είναι η μοναδική του συνεργασία με την Hammer Films. Η Hammer αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο για το μεταπολεμικό αγγλικό σινεμά και ειδικά για την ταινία τρόμου. Με την επιστημονική φαντασία δεν πολυασχολήθηκε (εκτός από τη σειρά Quattermass), αλλά το 1960 φλερτάρει με το είδος στο Village of the damned που γνωρίζει επιτυχία. Θέλοντας κάτι παρόμοιο γυρίζει το Damned από το βιβλίο του H.L. Lawrence. Και στις δυο ταινίες έχουμε ομαδα παράξενων παιδιών, μόνο που στην πρώτη υπάρχει η υποψία ότι είναι εξωγήινα. Έτσι, έχουμε τη συνεργασία ενός "αριστερού" Αμερικάνου με την μεγαλύτερη βρετανική εταιρία παραγωγής ταινιών τρόμου.
Αντίθετα με ότι επικρατούσε τότε στο sci-fi, και περισσότερο στα αμερικάνικα b-movies, εδώ δεν έχουμε εξωγήινους, ρομπότ ή τεχνολογία ανώτερη της εποχής. Το τοπίο είναι σύγχρονο και η σκηνογραφία "γήινη". Το αποτέλεσμα ξένισε στην εποχή του, όταν όλοι συσχέτιζαν την επιστημονική φαντασία με εξωπραγματικά πράματα, και η εταιρία δεν ήξερε πως να προωθήσει την ταινία. Αν και παραγωγή του 1961 τελικά βγήκε στις αίθουσες το 1963, ενώ στην Αμερική βρήκε διανομέα μετά από δυο χρόνια. (Στην Αμερική βγήκε με τον τίτλο These are The Damned). Με τον καιρό εκτιμήθηκε περισσότερο από τους κινηματογραφιστές παρά από το κοινό. 'Ομως, μπορεί να χάνει στο θέαμα αλλά κερδίζει στην αμεσότητα. Ο κίνδυνος για μια μελλοντική απρόσωπη κοινωνία, για μια πυρηνική καταστροφή, για τον ολοκληρωτισμό, αφορά το παρόν. Ο Λόουζι μας λέει ότι η καταστροφή είναι κοντά και θα έρθει από την αλαζονεία των ανθρώπων.
Τέλος, από αυτή την ταινία πήρε το όνομα του το πανκ συγκρότημα The Damned (Οι Καταραμένοι), αν και φαίνεται ότι παρεξήγησαν λίγο αφού οι "Καταραμένοι" του τίτλου είναι τα παιδιά κι όχι οι πανκ με τα περφέκτο. 
"Καθόλου άσχημα για έναν βετεράνο του Γκουανταλκανάλ"
Το Alphaville (1965) του Jean-Luc Godard είναι το καλύτερο και αξεπέραστο ως σήμερα δείγμα ταινίας επιστημονικής φαντασίας με ρεαλιστικά σκηνικά.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '60 οι σκηνοθέτες του γαλλικού νέου κύματος αρχίζουν να ενδιαφέρονται για το είδος. Ο Γκοντάρ σατιρίζει το sci-fi και το noir με το Alphaville, ο Τρυφώ με το Fahrenheit 451 διασκευάζει ένα αφήγημα του Bradbury και ο Roger Vadim εισάγει το ερωτικό στοιχείο με τη Barbarella (1968), όπου πρωταγωνιστεί η σέξυ Jane Fonda. Αυτό το αμάλγαμα γαλλικής διανόησης και επιστημονικής φαντασίας θα άλλαζε πολύ το είδος ώστε να βγουν αργότερα ταινίες όπως ο "Πλανήτης των πιθήκων" και η "Οδύσσεια του Διαστήματος" (Κιούμπρικ).
Το περίεργο με το science fiction του Γκοντάρ είναι ότι δεν είναι καθόλου science fiction. Η ιστορία διαδραματίζεται στην "τέλεια" πόλη Αλφαβιλ που ελέγχεται από τον υπερ-νοήμονα υπολογιστή Alpha-60 (Alphaville σημαίνει η πόλη του Άλφα). Αυτός ορίζει και τις σκέψεις και τις πράξεις των πολιτών, ενώ δολοφονεί όποιον δείξει δικιά του βούληση. Εδώ επεμβαίνει ο ήρωας μας, ο Lemmy Caution (Eddie Constantin) που καθήκον του είναι να βρει και να εξουδετερώσει τον Alpha-60.
To στόρι μπορεί να ακούγεται τυπικό για ένα φιλμ επιστημονικής φαντασίας, όμως η πόλη Άλφαβιλ είναι μια συνηθισμένη γαλλική πόλη στα μέσα του '60 -και είναι κυριολεκτικά το Παρίσι. Ο Lemmy κυκλοφορεί μ' ένα Ford Galaxie, όπως πολύς κόσμος τότε, και το μόνο "υπερσύγχρονο" αντικείμενο που έχει είναι μια κάμερα. Όταν δε εμφανίζεται ο Alpha-60 βλέπουμε φώτα που αναβοσβήνουν και έναν ανεμιστήρα. Το Rough Guide to Sci-fi movies λέει: "Ο σκηνοθέτης ξόδεψε περισσότερα στο φαγητό παρά στα ειδικά εφέ".
Το ζήτημα όμως δεν είναι ότι έχουμε μια φτηνή ταινία. Ένα φτηνό sci-fi είναι πολύ διαφορετικό και σ' αυτό το είδος ο σκηνοθέτης προσπαθεί να έχει τουλάχιστον μια υποψία τεχνολογικής προόδου. Εδώ τίποτα. Εδώ έχουμε τον Γκοντάρ να κλείνει το ματι στο κοινό, να σατιρίζει τις προσδοκίες των θεατών, μέχρι που γίνεται κυνικός. Γιατί η πλήρης απουσία σπέσιαλ εφέ σε ταινία επιστημονικής φαντασίας είναι αν μη τι άλλο κάτι κυνικό. Έπειτα είναι η σχηματική δράση. Σε κάποια σημεία παίζει με το στοπ καρέ, αλλού με την αργή κίνηση. Η πλοκή είναι υποτυπώδης, ενώ έχουμε συνεχείς αναφορές στην ποπ (υπο)κουλτούρα.
Ο Lemmy Caution παραείναι γραφικός για να τον πάρει κανείς στα σοβαρά. Κατ' αρχήν, πρίν το Άλφαβιλ ο ίδιος ηθοποιός, o Eddie Constantin, είχε παίξει τον ίδιο ήρωα, ένα πράκτορα του FBI, σε επτά ταινίες. Ο Λέμμυ ήταν ήδη γνωστός σαν ήρωας των γαλλικών b-movies. Η "έκδοση" που έκανε ο Γκοντάρ περιλαμβάνει -εκτός από τα ήδη γνωστά στο γαλλικό κοινό- αναφορές σε όλη τη γκάμα των ηρώων της μαζικής κουλτούρας του '60: Dick Tracy, James Bond, Flash Gordon (και στον γάλλο ξάδερφο του Guy L' Eclair), χορευτικές φιγούρες του Gene Kelly, τη θρυλική μάχη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου στο νησί Γκουανταλκανάλ του Ειρηνικού, που κάνει παρήχηση με την Καζαμπλάνκα. Και έχουμε ένα παστίζ πρωταγωνιστών του νουάρ με εξέχοντα φυσικά τον Μπόγκαρτ, κι όλα αυτά με διάθεση παρωδίας του προϋπάρχοντα Lemmy. Ο Γκοντάρ κάνει την πλάκα του σ' αυτή την ταινία!
Ο Lemmy Caution, λοιπόν, φτάνει στην πόλη Αλφαβίλ από τις "Έξω Χώρες", προσποιούμενος τον δημοσιογράφο Ivan Johnson από την εφημερίδα "Figaro-Pravda". Πρώτη του αποστολή είναι να βρει τον Henri Dickson, επίσης πράκτορα, συνάδελφο του που τα ίχνη του έχουν χαθεί τελευταία. Σύντομα τον ανακαλύπτει σε κάποιο ξεπεσμένο ξενοδοχείο, εθισμένο στο σεξ και στο ποτό και παροπλισμένο νοητικά όπως ο υπόλοιπος πληθυσμός της σκοτεινής πόλης. Έτσι, μαθαίνει ότι η πόλη κυριαρχείται από τον πανούργο υπολογιστή Alpha-60 που ελέγχει ολοκληρωτικά τους κατοίκους. Για καλύτερο έλεγχο έχει χωρίσει την πόλη σε ζώνες: υπάρχει η ζώνη της Ημέρας και η ζώνη της Νύχτας, του Θερμού και αυτή του Ψυχρού. Ο κατασκευαστής του Alpha είναι ένας παρανοϊκός επιστήμονας ο Von Braun του οποίου το πορτρέτο βρίσκεται παντού (και μας θυμίζει Ναζί). Η κόρη του επιστήμονα, η Natacha Von Braun (την υποδύεται θαυμάσια η Anna Karina) αναλαμβάνει να παρακολουθήσει τον Lemmy και έτσι θα γεννηθεί ένα ειδύλλιο.
Στην Άλφαβιλ τα βιβλία απαγορεύονται. Κυκλοφορεί ένα λεξικό, η "Βίβλος", που περιέχει τις επιτρεπόμενες λέξεις, όμως κάθε μέρα εξαφανίζεται κι από μία λέξη. Η Νατάσα δεν γνωρίζει τις λέξεις "αγάπη" και "τρυφερότητα" αφού έχουν αφαιρεθεί από το λεξικό. Έχει όμως μαζί της ένα βιβλίο του Πωλ Ελυάρ, και τελικά αυτό θα βοηθήσει τον Λέμυ να νικήσει το κομπιούτερ. Ο ήρωας τελικά νικάει με τη δύναμη της ποίησης. Στην κατηγορία μας posters έχουμε μια μικρή συλλογή με αφίσες του Άλφαβιλ.
Το γερμανικό new wave συγκρότημα Alphaville πήρε το όνομα του από την ταινία. Είχαν κάνει τεράστια επιτυχία το '80 με το Big in Japan. Πολύ καλή επιλογή αφού το πνεύμα της ταινίας ταιριάζει με την ποπ αισθητική τους.
Fahrenheit 451 Μια κοινωνία χωρίς γραφή και ανάγνωση λέμε ότι είναι πρωτόγονη. Όμως, στο Fahrenheit 451 του Francois Truffaut οι άνθρωποι ζουν χωρίς αλφάβητο και ταυτόχρονα έχουν μια τεχνολογική πρόοδο στο ίδιο επίπεδο με τη δική μας, ή ακριβέστερα στα επίπεδα του 1966, τότε δηλαδή που γυρίστηκε η ταινία. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της κοινωνίας είναι ότι απουσιάζει κάθε μορφή γραπτού κειμένου, ενώ επιτρέπονται μόνο οι αριθμοί. Αν και δεν διευκρινίζεται, η αλλαγή στο καθεστώς πρέπει να έγινε πρόσφατα γιατι υπάρχει μια διαρκείς πάλη ενάντια στα γράμματα, τόσο από την εξουσία όσο και ατομικά ο κάθε άνθρωπος δείχνει μια τυφλή προθυμία να προσαρμοστεί. Υπάρχουν όμως και οι αντιφρονούντες, που κρύβουν παλιά βιβλία στα υπόγεια και τα διαβάζουν τη νύχτα. Το ρόλο του καταστολέα παίζουν οι "πυροσβέστες" (firemen). Δουλειά τους είναι να εντοπίζουν και να καίνε τα παράνομα βιβλία.
Τέτοιος είναι και ο ήρωας μας, ο Montag (Oscar Werner). Πολύ συνεπής στη δουλειά του και αφοσιωμένος στο βιβλιοφοβικό καθεστώς, τόσο που ο προιστάμενος του ετοιμάζεται να τον προτείνει για προαγωγή. Από τον προϊστάμενο μαθαίνουμε την πολιτική του καθεστώτος: οι άνθρωποι όταν διάβαζαν βιβλία προβληματίζονταν και έκαναν κακές σκέψεις με συνέπεια να είναι δυστυχισμένοι. Στο νέο καθεστώς όλοι είναι απροβλημάτιστοι και ευτυχισμένοι.
Η ζωή του Μόνταγκ κυλά χωρίς εκπλήξεις. Συμμετέχει στις επιχειρήσεις της "πυροσβεστικής" και το βράδυ ξεφυλλίζει την εφημερίδα του που έχει σειρές από εικόνες. Είναι παντρεμένος και η γυναίκα του περνά τη μέρα της παρακολουθώντας τηλεόραση. Τις αρέσουν οι διαδραστικές σαπουνόπερες στις οποίες ο ήρωας της απευθύνεται από την οθόνη και τη ρωτά τι θα έπρεπε να κάνει.
Όμως δυο πολύ ανθρώπινα συναισθήματα θα αλλάξουν τον Μόνταγκ: η περιέργεια και η συμπάθεια. Γνωρίζει μια κοπέλα, μια δασκάλα την Clarisse, η οποία ανήκει στους αντιφρονούντες. Η κοπέλα θα του κεντρίσει την περιέργεια και θα κλέψει ένα από τα βιβλία που προοριζόταν για κάψιμο. Το ίδιο βράδυ δοκιμάζει να το διαβάσει κι αμέσως η λογοτεχνία τον γοητεύει. Η σχέση του στη δουλειά αλλάζει. Η υπηρεσία αρχικά τον υποψιάζεται, ύστερα θα τον κυνηγήσει. Στο τέλος, ο Μόνταγκ δραπετεύει με τη δασκάλα στο βουνό όπου ζει η κοινότητα των "βιβλιο-ανθρώπων"- πρώην αντιστασιακοί που απομνημονεύουν ολόκληρα βιβλία και τα διδάσκουν στα νεότερα μέλη.

Η ταινία είναι γεμάτη αλληγορίες. Ο Adilifu Nama βλέπει στο φινάλε τη δύναμη της προφορικής παράδοσης των καταπιεσμένων λαών και συγκρίνει τους "βιβλιο-ανθρώπους" με το κίνημα των Μαυρων στις ΗΠΑ (Black Space: Imagining Race in Science Fiction Film). Ο νεοκυματικός φέρνει στα μέτρα του τη νουβέλα του Μπράντμπερι και δυσκολεύει την καταταξη. To Fahrenheit είναι ταινία sci-fi ή ταινία του Τρυφώ; Κανείς δεν ξέρει. Αν εξαιρέσουμε το στόρι που ανήκει σε έναν κλασικό της επιστημονικής φαντασίας, η υποκριτική πλησιάζει την αποστασιοποίηση που είχαν και οι ήρωες του Damned, κλισέ στις ταινιες sc-fi. Από την άλλη πλευρά, το ειδύλλιο και τα συναισθήματα του ήρωα που τον οδηγούν τελικα στην ανταρσία είναι στοιχεία γνωστά από το όλο έργο του Τρυφώ. H φωτογραφία του Nicholas Roeg κερδίζει το παιχνίδι. Κάνει το σύγχρονο τοπίο να μοιάζει ασυνήθιστο, εξωπραγματικό, όπως αρμόζει σε ένα sci-fi. Στα εξωτερικά πλάνα έχουμε μια οικεία σε μας πόλη. Τα οχήματα της "πυροσβεστικής" είναι τα γνωστά οχήματα. Το μόνο λίγο εξωπραγματικό είναι ένα λεωφορείο που μοιάζει με τελεφερικ ή με βαγόνι του μετρό που κρέμεται ανάποδα απ΄το κάτω μέρος της γέφυρας. Στα εσωτερικά η σκηνογραφία έχει "μελλοντολογικό" ύφος αλλά περισσότερο μοιάζει σαν ο διακοσμητής του σπιτιού του Μονταγκ να ήταν οπαδός του φουτουρισμού. Γενικά, η ατμόσφαιρα των εσωτερικών χώρων θυμίζει λίγο το "Κουρδιστό πορτοκάλι".
Ταινία με σαφή πολιτική άποψη, επηρέασε ένα Νεουορκέζικο hardcore/punk συγκρότημα και υιοθέτησε το όνομα.
"Το θέμα στην ταινία επιστημονικής φαντασίας δεν είναι η επιστήμη αλλά η καταστροφή".(Susan Sontag)
H καταστροφή που έχει συντελεστεί ή η καταστροφή που επίκειται. Το ενδιαφέρον με τα ευρωπαϊκά sci-fi του '60 με τα ρεαλιστικά σκηνικά και την αίσθηση του δικού μας παρόντος είναι που κάνουν την καταστροφή πιο συγκεκριμένη. Ενώ το The Damned βρίσκεται πιο κοντά στα απολίτικα "b" του '50, μέχρι το Fahrenheit η καταστροφή έχει αποκτήσει ιδεολογία, τάξεις και ταυτότητα με ιδέες δανεισμένες από τη λογοτεχνία (Εμείς, Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος, 1984). Αλλά εμάς το μέλλον μας θα είναι πιο ανώδυνο- ή απλά μας καθησυχάζουν...
του Μάκη Μακελάρη
|