Jules Verne


Ξεκινώντας από


Ψηφοθηρία

Η ταινία που ζούμε είναι...
 









Οι εμμονές του Jean-Claude Brisseau

Ξεχωριστός, ιδιόρρυθμος και γεμάτος εμμονές ο Jean-Claude Brisseau, ο Γάλλος σκηνοθέτης που περιέγραψε τις φάσεις της ήττας και της διάψευσης των οραμάτων του Μάη του '68 στις ταινίες του. Από τον αμοραλισμό, την αδιαφορία, την περιθωριοποίηση της αγανάκτησης της πρώτης περιόδου, μέχρι το καταφύγιο στη μεταφυσική και τελευταία το φετιχισμό και τη λαγνεία. Μέχρι σήμερα έχει γυρίσει 12 ταινίες μεγάλου μήκους.



Γεννήθηκε το 1944 στο Παρίσι. Από την πρώτη ανεξάρτητη -δική του- παραγωγή La croisee des chemins του 1975 μέχρι το A l'aventure του 2008 τα θέματα του άλλαξαν, το τοπίο άλλαξε, αλλά οι ήρωες του μένουν το ίδιο πεισματικά αυτοκαταστροφικοί και αναχωρητές. Αναλλοίωτη έμεινε και η εμμονή του στο φορμά 4:3. Όπως υποστηρίζει τον βοηθάει στο καδράρισμα των πορτρέτων.

Το έργο του χωρίζεται σε περιόδους με τις ταινίες της κάθε περιόδου να έχουν πολύ στενή θεματολογική και υφολογική σχέση. Ο Brisseau "κολλάει" σε κάτι και θέλει να το εξαντλήσει. Στην πρώτη περίοδο, μέχρι και την ταινία "Λευκός Γάμος" του 1989, έχει εμμονή με το σχολείο, τις σχολικές αίθουσες και τους δυσπροσαρμοστικούς μαθητές. Τα σενάρια του είναι ταραγμένες και επεισοδιακές σχέσεις μαθητών-καθηγητών. Ο ίδιος ήταν δάσκαλος στο επάγγελμα και για πολλά χρόνια συνδύαζε το επάγγελμα του εκπαιδευτικού με την ημι-επαγγελματική ασχολία με τον κινηματογράφο.

Η πρώτη του ταινία πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Ήταν γυρισμένη με μια κάμερα στο χέρι, χωρίς σκηνικά, χωρίς καθόλου μπάτζετ. Παρόλα αυτά τράβηξε το ενδιαφέρον κάποιων ανθρώπων του σινεμά (μεταξύ των οποίων και του Κλωντ Σαμπρόλ) για την αμεσότητα και τον ωμό ρεαλισμό της. Αργότερα, το 1978 με το La vie comme-ca κάνει ένα βήμα παραπέρα. Πρωταγωνιστεί η Maria-Luisa Garcia, σύντροφος του στη ζωή και βασική ερμηνεύτρια σε όλες τις ταινίες του. Υποδύεται την Ανιές, μια νεαρή που παρατάει το σχολείο και μετά την περιπλάνηση της βρίσκει δουλειά σαν υπάλληλος γραφείου. Η Ανιές έξω απ' το σχολείο γνωρίζει τη ζωή όπως πραγματικά είναι.

Μας χωρίζουν 10 χρόνια από το Μάη. Αρκετά για να ξεχαστούν τα συνθήματα για αλληλεγγύη και κοινωνική δικαιοσύνη. Η Γαλλία του Μπρισώ απέχει πολύ από τη ρομαντική, γραφική ή σοφιστικέ εικόνα άλλων σκηνοθετών. Δεν είναι καθόλου όμορφη,  καθόλου τουριστική. Το τοπίο είναι φτωχό. Απελπιστικά φτωχό. Άχαρα οικοδομικά μπλοκ στα προάστια ή την επαρχία, προκάτ διαμερίσματα, φαγωμένο τσιμέντο. Περισσότερο μοιάζει με χώρα του Ανατολικού μπλοκ λίγο πριν τη πτώση. Και ο Μπρισώ δεν κάνει καν το κόπο να μας το ωραιοποίησει λίγο, να επέμβει στη σκηνογραφία, να το φωτίσει ή μάλλον να το κρύψει στις σκιές. Μας το πετάει στο πιάτο ωμό. Το καταπίνεις όμως, και βοηθούν σ' αυτό οι ήρωες του. Οι χαρακτήρες του μπορεί να μην είναι πάντοτε πραγματικοί - ο ίδιος αρνείται το χαρακτηρισμό νατουραλιστής- όμως μας θυμίζουν πράγματα και καταστάσεις. Καταφέρνει να μας τραβήξει από την πολύ ασχήμια γύρω.

Σ' αυτή την ταινία όπως και στις επόμενες της περιόδου οι ήρωες είναι νέοι που αντιδρούν στην κοινωνία χωρίς να ξέρουν γιατί. Δίνουν την εντύπωση ότι έχουν ξεχάσει γιατί και επαναλαμβάνουν ενστικτωδώς ορμές. Με μια σχεδόν σουρεαλιστική σκηνή δίνει το περίγραμμα της κοινωνίας. Μια κοπέλα αυτοκτονεί πέφτοντας από τον τελευταίο όροφο του ψηλού κτηρίου. Πάνω από πτώμα μαζεύονται διάφοροι περίεργοι χωρίς να ταράζονται. Ένας περαστικός ποδηλάτης κάνει κύκλους γύρω από το ματωμένο σώμα. Συμβαίνουν αυτά. Η ζωή συνεχίζεται. Ο σουρεαλισμός μερικών σκηνών όπως αυτή είναι το πρώτο φλερτ με τον κόσμο του Μπουνιουέλ.

Το Un Jeu Brutal (1983) είναι πιο κομψό αισθητικά, πιο άκομψο σεναριακά. Ο Μπρισω κερδίζει κάποια αναγνώριση στους κύκλους των σινεφίλ. Είχε προηγηθεί το Les Ombres (Οι Σκιές), ένα τηλεοπτικό δράμα γυρισμένο εξολοκλήρου μέσα σε ένα διαμέρισμα εργατικής οικογένειας. Στο Jeu Brutal (Α Brutal Game στα αγγλικά) για πρώτη φορά συνεργάζεται με τον ηθοποιό Bruno Cremer, ήδη γνωστό από το Sorcerer. Ο Κρεμέρ εμφανίζεται και στην επόμενη ταινία του Μπρισώ, το De bruit et de fureur, ενώ δίνει την καλύτερη ερμηνεία του στον "Λευκό Γάμο".

Ο Μπρισώ είναι πολύ συντηρητικός στην επιλογή των συνεργατών του. Κρατάει το ίδιο καστ αν όχι σε όλες τις ταινίες του, τουλάχιστον σε μεγάλες περιόδους. Στις τρεις ταινίες από το '83 ως το '89 δουλεύει με τον Κρεμέρ (ο οποίος "έφυγε" πρόσφατα).

Το στόρι του Jeu Brutal είναι χαρακτηριστικό του “αντικοινωνικού ρεαλισμού” του σκηνοθέτη. Είναι η σχέση ενός καθηγητή-δολοφόνου με την παραπληγική κόρη του την οποία βασανίζει. Οι εσκεμμένα μακάβριες υπερβολές και ο στενάχωρος ερωτισμός θυμίζουν Μπουνιουέλ.

Ακόμα μεγαλύτερη αναγνώριση φέρνει το De bruit et de fureur (Sound and Fury). Το κοινό αρχίζει να συνηθίζει τις παραξενιές του, αλλά και το ύφος του φαίνεται πιο ολοκληρωμένο. Η ταινία κατέχει περίοπτη θέση στο γαλλικό σινεμά του '80. Είναι ένα καλό παράδειγμα για να εισαγάγει κάποιον στο σινεμά του Μπρισώ.

Ένα αγόρι παρέα με το καναρίνι του πιάνει ένα διαμέρισμα σε κάποια άθλια τσιμεντένια συνοικία-προάστιο. Η μητέρα του δουλεύει κάπου μακριά, επικοινωνούν μόνο στο τηλέφωνο. Στο σχολείο συναντά τα "λουλούδια" του προαστίου. Παιδιά διαφορετικών ηλικιών μέσα στη τάξη, όλα με προβλήματα προσαρμογής. Μια ιδεαλίστρια δασκάλα κάτι αναγνωρίζει στο μικρό αγόρι και θέλει να το βοηθήσει. Του διαβάζει ένα ποίημα του

Ρασίν, όμως αυτό παρασύρεται από έναν νεαρό πυρομανή που προσπαθεί να ενταχθεί στη συμμορία της περιοχής. Επικεφαλής της συμμορίας είναι γυναίκα, μια αμαζόνα. Το αγόρι έχει ένα συχνό όραμα, μια γυμνή "νεράιδα" χορεύει στο κρεββάτι και το καλεί (παίζει η Marie-Louise). Στο τέλος όλα αποβαίνουν τραγικά.

Ο "Λευκός Γάμος" (Noce Blanche) (1989) είναι σταθμός και καμπή στο έργο του Μπρισώ. Είναι υπέροχη ταινία, ομολογουμένως η καλύτερη του μαζί με το Les Savate du bon Dieu, πολυεπίπεδη και συγκινητική. Επίσης ήταν η πρώτη εμπορική επιτυχία του και η πρώτη ταινία της Βανέσσα Παραντί. Ήταν 17 χρονών όταν την έβαλε ο Μπρισώ να παίξει το ρόλο της αινιγματικής μαθήτριας. Ο Bruno Cremer δίνει ρέστα στο ρόλο του καθηγητή φιλοσοφίας που ερωτεύεται τη μαθήτρια του. Υπάρχει μια μικρή εξέλιξη στην ταινία αυτή, το σχολείο δεν φιλοξενεί ανεπιθύμητους μαθητές, παρά είναι ένα κανονικό λύκειο. Μοναδική παραφωνία η ηρωίδα μας.

Η  Vanessa Paradis λοιπόν είναι η καινούργια μαθήτρια στη τάξη του Κρεμέρ που φτάνει στη μέση της χρονιάς. Μοιάζει πιο ώριμη από τα υπόλοιπα παιδιά και φαίνεται να κρύβει μυστικά. Δεν γίνεται να μην τη προσέξει ο Κρεμέρ, τύπος διανοούμενου, επιρρεπής στα πάθη, αλλά και η Βανέσσα ελκύεται απ' την καλλιέργεια του. Η παράταιρη σχέση τους, πότε πατρική πότε ερωτική, γίνεται επεισοδιακή, θυελλώδης και καταστροφική και για τους δύο. Η Βανέσσα διατηρεί κρυφές σχέσεις με ύποπτες συμμορίες νεαρών. Ένας συρφετός που μπαινοβγαίνει στο σπίτι της και ποτέ δεν μαθαίνουμε κάτι παραπάνω. Μοιάζουν σαν να κάνουν επίσκεψη από άλλη ταινία του Μπρισώ. Ο καθηγητής φιλοσοφίας ανακαλύπτει ένα αντικείμενο μελέτης, αλλά παρασύρεται και τελικά εξουσιάζεται. Είναι ο μύθος του Πυγμαλίωνα με ανώμαλη εξέλιξη. Η στωική σύζυγος του καθηγητή αποδεικνύεται πιο "φιλοσοφημένη". Συμπαραστέκεται στον ερωτευμένο καθηγητή. Σ' όλη την ταινία κυριαρχούν αισθησιακά πορτρέτα της μαθήτριας, αυτά που την έκαναν σταρ.

Με την Celine (1992) ο Μπρισώ εισάγει το μεταφυσικό στοιχείο στις ταινίες του. Θα το συνεχίσει ακόμα πιο πετυχημένα στο Les Savates du bon Dieu. Ανάμεσα σ' αυτές τις δυο ταινίες που το "θαύμα" παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του μύθου γυρίζει ένα κλασικίζον νουάρ, τον "Μαύρο Άγγελο".

Η Σελίν είναι μια άτυχη κατατρεγμενη κοπέλα που βρίσκει καταφύγιο σε ένα σπίτι στην εξοχή. Μεταξύ των άλλων που της έχουν συμβεί έχει αναγκαστεί να παρατήσει το σχολείο. Εκεί την φροντίζει η Ζενεβιέβ (παίζει η Marie-Louise). Η Σελίν βρίσκει διέξοδο στον διαλογισμό και αποκτά μεταφυσικές ικανότητες, όπως το να σηκώνεται από το έδαφος ή να γιατρεύει αρρώστους. Τα νέα για το παράξενο κορίτσι που θεραπεύει ταξιδεύουν γρήγορα και οι πιστοί κάνουν ουρά στο αγροτόσπιτο. Μια παράξενη δραματική ιστορία με ωραίες εικόνες από τη γαλλική ύπαιθρο. Σε αντίθεση με τα λερά προάστια με τις ζορισμένες ψυχές, η εξοχή παρουσιάζεται αμόλυντη και εξημερωμένη, με τον ίδιο τρόπο που την αντιπαραβάλει ο Μιζογκούτσι στο αστικό περιβάλλον, και οι ψυχές ξαναγεννιούνται. Το μαγικό στοιχείο δίνεται με σουρεαλισμό αλά Μπουνιουέλ.

Ο "Μαύρος Άγγελος" (L'ange Noir) του 1994 είναι μια ταινία πολύ διαφορετική από όλες τις προηγούμενες. Ο τόπος είναι το Παρίσι και οι ήρωες του, για πρώτη φορά, ανήκουν σε ανώτερη τάξη. Άψογα στυλιζαρισμένη με αναφορές στο αμερικάνικο νουάρ, στον Σαμπρολ και στον Χίτσκοκ και άμεσα στο κλασσικό "Γραμμα" (1940) του Γουίλιαμ Γουάιλερ απ' όπου αντιγράφει ολόκληρες σκηνές αλλά και στοιχεία της πλοκής. Κυριαρχεί ένα στοιχείο παραμερισμένο στις προηγούμενες ταινίες, το σασπένς. Και είναι τόσο έντονο που σε κερδίζει από την πρώτη σκηνή. Επίσης για πρώτη φορά ο Μπρισώ επιλέγει δυο διάσημους πρωταγωνιστές, τη Σιλβί Βαρτάν και τον Μισέλ Πικολί.

Η σύζυγος ενός φημισμένου δικαστή (παίζει ο Μισέλ Πικολί) δολοφονεί τον εραστή της με τη βοήθεια της υπηρέτριας της (παίζει η Μαρί-Λουίζ) και προφασίζεται απόπειρα βιασμού. Ο δικηγόρος που αναλαμβάνει την υπεράσπιση της ερευνώντας την υπόθεση ανακαλύπτει το κρυφό παρελθόν της δολοφόνου και της σχέσης της με το θύμα. Ο δολοφονημένος εραστής ήταν ένας επαναστάτης, ένας μοντέρνος Ρομπέν των Δασών. Η σύζυγος του δικαστή (η Σιλβί Βαρταν) ήταν μια πόρνη που ερωτεύτηκε τον επαναστάτη. Αυτόν τον τύπο του σύγχρονου επαναστάτη που ληστεύει τράπεζες για το συμφέρον του λαού τον συναντάμε και στην επόμενη ταινία του Μπρισω, όπως και τη σκηνοθεσία των ερωτικών σκηνών. Το σεξ υπάρχει σε κάθε ταινία του Μπρισώ από τις αρχές, όμως στον "Μαύρο Άγγελο" παίρνει την καινούργια μορφή που θα γίνει σήμα κατατεθέν της τελευταίας του περιόδου, δηλαδή των αισθησιακών-πορνογραφικών οπτασιών.

"Οι εργάτες του καλού Θεού" (Les savates du bon Dieu) (2000) είναι η πιο άρτια "μπρισονική" ταινία αφού συνυπάρχουν αρμονικά όλα τα στοιχεία της μυθολογίας του.

Η δυνάμει ερωτική σχέση εκπαιδευτή-εκπαιδευόμενου, οι λαϊκές γειτονιές των προαστίων με την εγκληματικότητα και τα μεγάλα ποσοστά αυτοκτονιών και οι νεανικές συμμορίες της πρώτης περιόδου. Οι δύσκολοι έρωτες χωρίς ανταπόκριση και τα τρίγωνα του "Λευκού Γάμου". Τα τοπία, η αγνή εξοχή που προσφέρει καταφύγιο και η μεταφυσική (το “θαύμα”), όπως στη "Σελίν". Το σασπένς, οι αναφορές στο αμερικάνικο σινεμά -εδώ στο "Μπονυ και Κλάιντ"- και οι αισθησιακές σκηνές σαν οράματα και οπτασίες του "Μαύρου Άγγελου". Το στοιχείο της φωτιάς από το De bruit. Ένα ποτ-πουρί από όλα τα "σκαλώματα" και τις εμμονές του Ζαν-Κλωντ.


Ο νεαρός Φρεντ δουλεύει σε συνεργείο αυτοκινήτων. Μόλις που ξέρει να διαβάζω, ξέρει όμως να οδηγεί με δεξιοτεχνία ραλίστα. Η ζωή του αλλάζει όταν τον παρατάει η όμορφη γυναίκα του για κάποιον πλούσιο. Ζητάει ψυχολογική στήριξη από μια φίλη του που δουλεύει σε τράπεζα. Στο γκισέ της τράπεζας παρακολουθεί έναν συνταξιούχο που εκλιπαρεί για ένα μικρό δάνειο. Ο Φρεντ ληστεύει την τράπεζα, δίνει τα λεφτά στον ηλικιωμένο και το σκάει. Η φίλη του τα παρατάει όλα και τον ακολουθεί στο παρανομο ταξίδι. Αργότερα και ενώ κρύβονται σε μια σχολική αίθουσα (εδώ το σχολείο γίνεται καταφύγιο των παράνομων) γνωρίζουν έναν περίεργο εκκεντρικό Αφρικανό, έκπτωτο πρίγκηπα στη χώρα του που περιμένει να γίνει βασιλιάς, ο οποίος έχει μαγικές ικανότητες, σχεδόν θεϊκές. Οι τρεις τους αποτελούν την περίφημη συμμορία. Οι δυο ιδεαλιστές παράνομοι, που κλέβουν τράπεζες και στέλνουν τα χρήματα με κούριερ (!) σε όποιον έχει ανάγκη, μπαίνουν στην υπηρεσία του καλού έκπτωτου Θεού από την Αφρική. “Ο Φρεντ είμαι εγώ!” έχει δηλώσει ο Μπρισώ. Όμως οι ουτοπικές μεμονωμένες προσπάθειες του αλτρουιστή-επαναστάτη φέρνουν αντίθετα αποτελέσματα. Η Coralie Revel είναι η νέα ανακάλυψη του Μπρισώ η οποία θα πρωταγωνιστήσει και στην επόμενη ταινία του το "Choses Secretes" (Secret Things). Θα προηγηθεί όμως κάτι στη ζωή του σκηνοθέτη.

Οι τρεις ταινίες της τελευταίας περιόδου, Choses Secretes, Les Anges Exterminateurs και A L'Aventure είναι ερωτικές. Κυριαρχεί απόλυτα το φαντασμαγορικό ερωτικό στοιχείο που εισήγαγε στον "Μαύρο Άγγελο".

Το 2002 η γαλλική κοινή γνώμη σοκάρεται από την "υπόθεση Μπρισώ" που γίνεται πρωτοσέλιδο. Δυο κοπέλες που έκαναν δοκιμαστικά για το Choses Secretes μηνύουν τον σκηνοθέτη για σεξουαλική παρενόχληση. Υποστηρίζουν ότι αναγκάζονταν να επιδίδονται σε ερωτικές πράξεις μπροστά του. Οι συναντήσεις συνεχίστηκαν με προτροπή του σκηνοθέτη ακόμα και όταν απορρίφθηκαν για το ρόλο. Φημολογείται ότι η μία ήταν ανήλικη. Ο Μπρισώ καταδικάζεται σε ένα χρόνο φυλάκιση με αναστολή και πρόστιμο.

Στην ταινία, που παίζει στα σινεμά όταν ξεσπάει το σκάνδαλο, δυο νεαρές εγκαταλείπουν τη συμβατική ζωή όπως έκαναν και οι ηρωίδες του La Vie comme-ca, για να πειραματιστούν με τα σώματα τους και την ερωτική φύση. Θεωρήθηκε η καλύτερη ταινία για το 2002 από τα cahiers du cinema (ίσως από αλληλεγγύη).

Οι "Άγγελοι Εξολοθρευτές" του 2006, η επόμενη ταινία του, είναι αυτοβιογραφική και η απάντηση του Μπρισώ για το πως συνέβησαν τα γεγονότα. Η πρόθεση του ήταν να παρουσιάσει την ιστορία από την πλευρά του δημιουργού που "ζει" την ταινία του, συμμετέχει στην περιπέτεια και είναι παρατηρητής ταυτόχρονα. Η ταινία όμως δεν άρεσε σε κανέναν, ούτε κοινό ούτε κριτικούς, όχι για το θέμα της και την υπεράσπιση του Μπρισώ αλλά για την προχειρότητα της. Δεν ήταν σε φόρμα ή μπορεί να βιαζόταν να απολογηθεί. Και αυτή η ταινία όπως και η προηγούμενη φτάνουν στα όρια της πορνογραφίας.

Ερωτική είναι και η τελευταία του ταινία το A L' Aventure (ο ελληνικός τίτλος είναι Ερωτικός Λήθαργος) που κλείνει την τριλογία. Το μοτίβο γνωστό, η φυγή από τη συμβατική καθημερινή ζωή μιας γυναίκας για άλλους κόσμους, παράλληλους και ερωτικούς.

Τα ερωτικά ταμπού είναι η τελευταία εμμονή του Μπρισώ. Παρακολουθώντας την πορεία του σαν τον εκφραστή των συνεπειών της χαμένης εξέγερσης, την περιθωριοποίηση, το μεσσιανισμό και την ουτοπία των μεμονωμένων επαναστατικών πράξεων, αναπόφευκτα θα έφτανε στην πιο ατομικιστική μορφή  απελευθέρωσης, τη σαρκική.

Το ερώτημα είναι ποιά θα είναι η νέα εμμονή του Μπρισώ;


του Μάκη Μακελάρη