Jules Verne


Ξεκινώντας από


Ψηφοθηρία

Η ταινία που ζούμε είναι...
 

Related Items









Welcome to Nollywood!

Πρώτα οι αριθμοί. Ο πληθυσμός της Νιγηρίας αυξήθηκε κατά 57 εκατομμύρια από το 1990 μέχρι το 2008. Το 1950 ήταν μόλις 33 εκατομμύρια. Σήμερα ξεπερνάει τα 150. Μεγάλο ποσοστό ζει με λιγότερο από 1 δολάριο τη μέρα. Το προσδόκιμο ζωής είναι τα 51 χρόνια. Στην πρωτεύουσα Λάγος κατοικούν 17 εκατομμύρια. Διαθέτουν 25 εκατομμύρια συσκευές βίντεο. Η κινηματογραφική βιομηχανία της Νιγηρίας είναι η 3η μεγαλύτερη του κόσμου. Γυρίζονται 2400 ταινίες το χρόνο με έσοδα 286 εκατομμύρια δολάρια. Υπάρχουν 300 παραγωγοί ταινιών.

Κάθε ταινία κοστίζει από 17.000 έως 23.000 δολάρια. Ο μέσος χρόνος γυρίσματος είναι 1 βδομάδα. Πωλούνται 150.000 έως 200.000 αντίτυπα της ταινίας την πρώτη μέρα κυκλοφορίας. Το κόστος του κάθε αντίτυπου είναι 1,5 δολάριο. Η τιμή τους λιγότερα από 3 δολάρια.


Και η ιστορία έχει κάπως έτσι. Στις αρχές του '90 ένας αντιπρόσωπος ηλεκτρονικών ονόματι Kenneth Nnebue βρέθηκε με μεγάλο στοκ κασετών VHS το οποίο δεν μπορούσε να προωθήσει στην αγορά, καθώς η κυβέρνηση είχε σταματήσει να χρηματοδοτεί τηλεοπτικές σειρές. Τότε  ο αντιπρόσωπος σκέφτηκε ότι οι Νιγηριανοί θα ήταν πρόθυμοι να αγοράσουν τις βιντεοκασέτες του αν περιείχαν μια ταινία στη γλώσσα τους. Χρηματοδότησε μια ταινία γυρισμένη σε βίντεο, το Living in Bondage, μάλιστα στην τοπική διάλεκτο Igbo (η επίσημη γλώσσα της Νιγηρίας είναι τα Αγγλικά). Αμέσως οι βιντεοκασέτες του έγιναν ανάρπαστες. Λίγο αργότερα, κυκλοφόρησε την ίδια ταινία με αγγλικούς υπότιτλους και έγινε τεράστια επιτυχία σε όλη τη χώρα. Ήταν μια μελό ιστορία. Ένας άντρας θυσιάζει τη γυναίκα του για το χρήμα.

Αυτή είναι η αρχή του Nollywood, της Νιγηριανής βιομηχανίας κινηματογράφου, ή για την ακρίβεια, βιντεοταινιών. Το 1994 ο ίδιος παραγωγός γύρισε το Glamour Girls, κατευθείαν στα αγγλικά και με διανομή σε όλη τη χώρα. Και πάλι τεράστια επιτυχία και πολλοί μιμητές. Φυσικά ο ίδιος γύρισε και το Living in Bondage 2.

Η παραγωγή τέτοιων ταινιών αυξήθηκε ραγδαία, όπως και ο πληθυσμός της χώρας. Συνέπεσε με την παρακμή των τηλεοπτικών παραγωγών. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες και τεχνικοί της τηλεόρασης πέρασαν στην βιντεοκασέτα.

Οι ταινίες γυρίζονται με βίντεοκάμερες (παλιότερα beta ή SVHS, σήμερα ψηφιακές) πολύ γρήγορα και με μικρούς προϋπολογισμούς και μετά από λίγες βδομάδες κυκλοφορούν, αρχικά σε κασέτες VHS και σήμερα σε VCD. Η ζήτηση είναι μεγάλη. Οι ηθοποιοί αρχικά ήταν όλοι ερασιτέχνες όμως με τα χρόνια δημιουργήθηκε ένα τοπικό σταρ-σύστεμ αλλά και σχολές υποκριτικής αποκλειστικά για το Nollywood. Υπάρχουν όλα τα είδη. Κωμωδίες, δράσης, τρόμου, πολεμικές, αισθηματικές, δράματα.

Το φαινόμενο μοιάζει με τη δικιά μας "βιντεοκασέτα" του '80 και όχι μόνο λόγω του μέσου εγγραφής και διανομής, μόνο που στη Νιγηρία εξελίχθηκε στην κύρια κινηματογραφία της χώρας.

Αισθητικά, οι ταινίες του Nollywood μοιάζουν μεταξύ τους και καταρχήν δεν παρουσιάζουν κανένα κινηματογραφικό-καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Ένας συνδυασμός εσκεμμένου μιμητισμού των συνταγών, κλισέ και στερεότυπων του Χόλιγουντ με τέτοιο αδέξιο τρόπο που αποκλείεται να μην σκεφτείς τον όρο "πολιτιστικός ιμπεριαλισμός" και λατινοαμερικάνικης σαπουνόπερας -και τα δυο είδη φυτεμένα σε μια χώρα με διαφορετική παράδοση. Παρόλο που είμαστε εξοικειωμένοι με τους τρόπους και των δυο τις περισσότερες φορές είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσεις τις ταινίες ως το τέλος. Προφανώς το κίνητρο των παραγωγών είναι το κέρδος και μόνο το κέρδος. Η μεγάλη ζήτηση τους αφήνει να βγάζουν στην αγορά οτιδήποτε έχει εικόνα με ανθρώπους που μιλάνε. Αντίθετα οι σκηνοθέτες και οι πρωταγωνιστές επιμένουν στον εκπολιτιστικό ρόλο των ταινιών τους και τονίζουν την ηθική διαπαιδαγώγηση του λαού μέσα από τα σενάρια περισσότερο από την ψυχαγωγία. Υποστηρίζουν ότι εκφράζουν το λαό τους και τις αγωνίες του.

Η διαφορά με άλλα "φτηνά" κινηματογραφικά που είχαν μοναδικό στόχο την γρήγορη εκμετάλλευση (b-movies, spaghetti, exploitation) είναι η απουσία καινοτομίας και η δυσκολία να βρεθούν ιδιαίτερα αισθητικά χαρακτηριστικά. Αν και αμέσως αναγνωρίσιμο δυσκολεύεσαι να το πεις κινηματογραφικό "είδος". Είναι περισσότερο ο τρόπος που οι Νιγηριανοί κάνουν κινηματογράφο αν και ο τρόπος αυτός δεν είναι και πολύ "νιγηριανός". Η σούπα του Χόλιγουντ έχει μια απίστευτη δυναμική σε όλο τον κόσμο, μεγάλη διεισδυτικότητα. Η επιτυχία βασίζεται στην αποκρυστάλλωση του μέσου όρου παγκόσμιων αφηγηματικών κανόνων σε συνταγές πρετ-α-πορτέ. Έτσι, συνταιριάζεται με ευχέρεια με κάθε τοπικό χαρακτηριστικό και παντού. Η σχηματικότητα και η πεπατημένη με την οποία αντιμετωπίζει το καθετι μπορεί να μην εκφράζει τον καθένα ξεχωριστά, αλλά καταφέρνει να κερδίσει όλους μαζί. Το Χόλιγουντ είναι κάτι παραπάνω από κινηματογραφικό "είδος".



Στην νιγηριανή εφαρμογή του σίγουρα έχει κάποιες ιδιαιτερότητες. Εκτός από την τηλεοπτική εικόνα (ο άλλος πόλος: η σαπουνόπερα) που θέλει πολύ διάλογο, πορτρέτα και ξεκάθαρη πλοκή, η οποία γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρη όταν οι ήρωες "μονολογούν" τις σκέψεις τους, οι ταινίες Nollywood έχουν την αφρικάνικη ζωηράδα και γλαφυρότητα με αεικίνητους ηθοποιούς, εξωστρεφείς χαρακτήρες και πολύ γρήγορο μοντάζ με απανωτά κατ. Στο Nollywood θριαμβεύουν τα κατ και χάνουν τα dissolve.

Η κωμωδία Osuofia in London μια είναι απ' τις πιο ευχάριστες ταινίες, φέρνει στην επιφάνεια ένα άλλο αναπόφευκτο χαρακτηριστικό, την απουσία εξωτισμού. Η υπόθεση της ταινίας είναι τέτοια που αναγκαστικά αναφέρεται στην τοπική κουλτούρα. Ένας οικογενειάρχης, και πάτερ-φαμίλιας- από ένα πρωτόγονο χωριό της Νιγηριας δέχεται πρόσκληση από έναν συγγενή του να επισκεφτεί το Λονδίνο. Δομημένη αρκετά καλά πάνω στην κλασική συνταγή της κωμωδίας που "χτίζει ένα σύμπαν πριν προκαλέσει το γέλιο" ** ξεκινάει με την αντιπαράθεση εικόνων από τη ζωή στο αφρικάνικο χωριό και το κέντρο του Λονδίνου. Όταν ο Οσουφία πηγαίνει στο Λονδίνο ακολουθούν όλα τα κλισέ και τα αστεία που έχουμε δει άπειρες φορές στο σινεμά όταν κάποιος επαρχιώτης φτάνει στην μεγαλούπολη. Η υποκριτική σ' αυτή την ταινία μπορεί να μοιάζει με ερασιτεχνικής ομάδας του Δήμου Τάδε, όπως και στις περισσότερες, τα τυπάζ όμως είναι καλά διαλεγμένα κι αυτό κάνει την ταινία ευχάριστη.  

Παρόλα τα δανεισμένα κλισέ, τέτοιο θέμα αποκλειστικά για το κοινό της Νιγηρίας αναπόφευκτα παρουσιάζει ενδιαφέρον. Είναι ο αυθεντικός τρόπος που βλέπουν τους Ευρωπαίους, οι κώδικες τους και τα ντόπια στερεότυπα.

Μια χαρακτηριστική σκηνή: ο Οσουφία, που στο μεταξύ έχει χαθεί και τριγυρνάει μόνος του στο κέντρο, ανάμεσα στο ξανθούς Άγγλους συναντάει έναν μαύρο, Άγγλο πολίτη κατά τα άλλα, και έξαλλος από χαρά του απευθύνεται με τη διαχυτικότητα του "πατριώτη". Ο Εγγλέζος μαύρος προσπαθεί να γλιτώσει.    

Η επιμονή των σκηνοθετών του Nollywood ότι κάνουν "εθνικό" κινηματογράφο, εκφράζοντας το κοινό τους, έχει κάποια αλήθεια. Βλέποντας τον Οσουφίε στο Λονδίνο αναρωτιέται κανείς πόσο πιο πιστή στην παράδοση της χώρας είναι κάποια άλλη αισθητική που βλέπουμε στον αφρικανικό κινηματογράφο, ευρωπαϊκή ή "διανοουμενίστικη", που βασίζεται στο στοιχείο του εξωτισμού, όταν οι Νιγηριανοί (και κάθε λαός) δεν βλέπουν καθόλου "εξωτικούς" τους εαυτούς τους.

Φυσικά το Nollywood απέχει πολύ από την γνήσια αφρικανική αισθητική, με την αφαίρεση και τον πνευματισμό, που εντυπωσίασε τους Ευρωπαίους καλλιτέχνες τον 19ο αιώνα. Όμως οι σκηνοθέτες του Nollywood έχουν κοινό όνειρο να κάνουν κάποτε μια "γνήσια αφρικανική ταινία" και σίγουρα αυτοί είναι οι πιο κατάλληλοι.


του Μάκη Μακελάρη




** φράση του Μπαζέν από το "Τι είναι κινηματογράφος"