|

Μία μουσικο-πολιτική περιπλάνηση από το μπλογκ ΔΙΣΚΟΡΥΧΕΙΟΝ
α. Sokoku to gakumon no tameni (Για τη χώρα μας και την εκπαίδευση)
Συνήθως μιλώντας για τον «Μάη του ’68» αναφερόμαστε σε μια σειρά από γεγονότα σε διάφορες χώρες (και όχι μόνο στη Γαλλία), που σχετίζονταν με το εκπαιδευτικό ζήτημα – που εκκινούσαν καλύτερα από ‘κει – για να επεκταθούν στην πορεία και σε άλλους κοινωνικούς χώρους. Επίσης, υποννοείται, σχεδόν πάντα, μία χρονική περίοδος ευρύτερη του συγκεκριμένου μηνός, οι «απαρχές» της οποίας εντοπίζονται νωρίς στα sixties, με τον σταδιακό προσανατολισμό του εκπαιδευτικού συστήματος στις ανάγκες της «αγοράς», ενώ ο απόηχός της φθάνει τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, με το ουσιαστικό πέρας δηλαδή των πολιτικών οραμάτων. Και αν στην Δυτική Ευρώπη και την Αμερική το «ανοιχτό» στην αγορά πανεπιστήμιο, ακόμη και στην πιο φιλελεύθερη εκδοχή του, συμπίπτει με την συν τω χρόνω ανάπτυξη του καπιταλισμού, στην Ιαπωνία, χώρα ηττημένη στον Δεύτερο Πόλεμο και άμεσα εξαρτώμενη από την αμερικανική βοήθεια, η βίαιη προσαρμογή της ανώτερης εκπαίδευσης σ’ ένα μοντέλο πανεπιστημίου φεουδαλιστικής αντίληψης – μία «κουρελού» στο πρακτικό κομμάτι από γαλλικά, γερμανικά και υπερατλαντικά στοιχεία – δεν θα μπορούσε να υιοθετηθεί άνευ αντιδράσεων. (Όχι δηλαδή πως τα πράγματα ήταν καλύτερα πιο παλιά, όπου η μόρφωση εκπορευόταν μόνο από την αυτοκρατορική αυλή και το ιερατείο).
Έτσι, εν αντιθέσει με την Δύση, αναπτύσσεται στην Ιαπωνία αμέσως μετά τον πόλεμο ένα ισχυρό φοιτητικό κίνημα, διεκδικητικού προσανατολισμού, το οποίο θα εκφραστεί μέσα από την μαζικότερη και πιο ριζοσπαστική οργάνωση που γνώρισε ποτέ η χώρα, την Zen Nihon Gakusei Jichikai Sorengo, ή απλώς Zengakuren. Στο ιδρυτικό μανιφέστο της, που παρουσίασαν 250 αντιπρόσωποι από 154 κρατικά ή μη πανεπιστήμια και το οποίο εδώθη στην δημοσιότητα την 18/9/1948, διαβάζουμε πως η οργάνωση: α. θα αντιστεκόταν στην αποικιοκρατική αναδιοργάνωση της εκπαίδευσης, β. θα προστάτευε την ελευθερία των σπουδών και την φοιτητική ζωή, γ. θα διεκδικούσε καλύτερες αμοιβές για τους εργαζόμενους φοιτητές, δ. θα αντιτασσόταν στον φασισμό, προάγοντας την δημοκρατία, ε. θα επιζητούσε την επαφή με το μαχητικό κομμάτι της νεολαίας που βρισκόταν εκτός πανεπιστημίου και στ. θα διεκδικούσε την πλήρη ελευθερία και ανεξαρτησία των φοιτητικών πολιτικών παρατάξεων. Πολύ γρήγορα 300 χιλιάδες φοιτητές θα βρεθούν υπό την σκέπη της και κινούμενοι όλοι κατά τα κομμουνιστικά διεθνιστικά πρότυπα, μια και η κεντρική της επιτροπή ελεγχόταν από το Ιαπωνικό ΚΚ (ΙΚΚ), θα καταστήσουν γρήγορα την Zengakuren σε πρότυπη φοιτητική οργάνωση, ο θρύλος της οποίας θα φθάσει μέχρι τον γαλλικό Μάη. Αν και στην Δύση υπήρχε μία συγκεχυμένη άποψη για το τι πρέσβευε εν τέλει η Zengakuren (κάτι πολύ φυσικό, αφού η οργάνωση διασπάστηκε άπειρες φορές – μάλιστα, στην πορεία, σχεδόν όλες οι φράξιες θα τοποθετηθούν ενάντια στο ορθόδοξο Κόμμα!) η επιρροή της υπήρξε τεράστια για όλα τα φοιτητικά κινήματα στη Δύση, όχι μόνο στο επίπεδο της ιδεολογικής πάλης, αλλά ακόμη και στον τρόπο διεκδίκησης και μάχης, με όπλο τα κοντάρια από τα φλάμπουρα, συνήθως σώμα με σώμα με τις Αστυνομίες.

Το 1968, τα σημαντικά γεγονότα που καθόρισαν την πορεία του φοιτητικού κινήματος στην Ιαπωνία ήταν τρία. Πρώτον, η αντίδραση της Sampa Zengakuren (της πιο μαζικής και αγωνιστικής Zengakuren απ’ όσες είχαν προκύψει) στον ελλιμενισμό του αμερινανικού πυρηνοκίνητου αεροπλανοφόρου Enterprise την 19/1/1968 στην Sasebo, το οποίο βρισκόταν καθοδόν προς το Βιετνάμ. Δεύτερον, οι σκληροί αγώνες εναντίον της απόφασης που αφορούσε στην ίδρυση του νέου διεθνούς αεροδρομίου Narita, ΒΑ του Τοkyo, τις 26/2 και 10/3/1968, την κατασκευή του οποίου εθεωρείτο πως είχαν απαιτήσει οι Αμερικανοί, προκειμένου να «βολεύονται» περισσότερο για τις επιχειρήσεις στην ΝΑ Ασία – η Ιαπωνία, ως σύμμαχος χώρα, βοηθούσε και βοηθάει πάντα με αντάλλαγμα τη γνώση και τα δολάρια... – και τρίτον, οι διαδηλώσεις έξω από το αμερικανικό στρατιωτικό νοσοκομείο στην Oji, τον Απρίλιο του ’68, στο οποίο νοσηλεύονταν τραυματίες από το Βιετνάμ. Φυσικά, στις τοπικές «ιδιαιτερότητες» θα πρέπει να προσθέσουμε και την έξωθεν «συνεισφορά» μέσω του γαλλικού Μάη, αλλά και της εισβολής των Σοβιετικών στην Πράγα – που συγκρινόταν από τις περισσότερες φράξιες, όπως την τροτσκιστική Ηantei Gakuhyo, με εκείνη των Αμερικανών στο Βιετνάμ – γεγονότα που συνδυάστηκαν καταλλήλως ώστε να πυροδοτηθεί τελικώς η έκρηξη. Κορυφαία στιγμή του ιαπωνικού αντιπολεμικού κινήματος υπήρξε η κατάληψη του σιδηροδρομικού σταθμού της Shinjuku, τον Οκτώβριο του 1968, από τις Hansen Seinen Iinkai (τις Αντιπολεμικές Συσπειρώσεις Νεολαίας δηλαδή), μια κίνηση που θα οδηγούσε – έστω και πρόσκαιρα – στον αποκλεισμό του ανεφοδιασμού των αμερικανικών βάσεων.
β. Underground Record Club Κι ενώ στο γαλλικό Μάη «η επανάσταση έγινε με μουσική υπόκρουση τραγουδιών pop, που διακόπτονταν κάθε μισή ώρα στο ‘ράδιο Λουξεμβούργο’ και στον σταθμό ‘Ευρώπη 1’, από δελτία ειδήσεων για τα οδοφράγματα» όπως γράφουν οι Πάτρικ Σίηλ και Μωρήν Μακκόνβιλ στο βιβλίο τους «Η γαλλική επανάσταση του 1968» (εκδ. Θεωρία, Αθήνα 1982), στην Ιαπωνία οι μουσικές που συνόδευαν τις φοιτητικές δράσεις ήταν τοπικής «κατασκευής», folk κυρίως (oι Ιάπωνες προφέρουν ‘fork’, γιατί στη γλώσσα τους δεν υπάρχει το λάμδα), rock στην πορεία αλλά και jazz, σαφέστατης δυτικής, δηλαδή αμερικανικής προέλευσης, μεταφέροντας εν ολίγοις στα δικά τους μέτρα την αποδεδειγμένη ισχύ των τραγουδιών του Dylan ή της Odetta, ερμηνεύοντας φυσικά στη δική τους γλώσσα. Υπήρξε δηλαδή η ανάγκη να δημιουργηθεί κάτι καινούριο, που να μην είχε καμία σχέση με την προηγηθείσα GS (Group Sounds) σκηνή, με τον ήχο δηλαδή συγκροτημάτων τύπου Spiders, Tigers, Οut Cast, Carnabeats και των συναφών, που δημιουργούσαν κάτω από την επίδραση των Ventures και των Astronauts (έδωσαν συναυλίες στην Ιαπωνία τον Ιανουάριο του ’65) και φυσικά των Beatles (επισκέφθηκαν τη χώρα τον Ιούνιο του ’66), διοχετεύοντας την αγωνιστικότητα της περιόδου σε πιο «απαιτητικές» φόρμες. Η εταιρία URC (Underground Record Club), η οποία ιδρύεται μέσα στο 1968, έρχεται λοιπόν για να καταγράψει τα νέα ηχητικά δεδομένα, εκείνα φερ’ ειπείν που σάρωναν στον σταθμό της Shinjuku (ένα «ανοικτό» καλλιτεχνικό πάλκο συν τοις άλλοις) τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς, βοηθώντας με αποφασιστικό τρόπο στην δημιουργία μιας protest folk σκηνής.
Ένα από τα πιο κλασικά άλμπουμ που εκδόθηκαν στην URC το 1969 ήταν το διπλό LP “4th Folk Camp Concert”, ηχογραφημένο το διήμερο 15-16 Αυγούστου, στο οποίο η νέα γενιά των singers-songwriters Nobuyasu Okabayashi, Kenji Endo και Wataru Takada ερμηνεύουν συνθέσεις των Leadbelly, Bob Dylan και Tom Paxton, φτιάχνοντας ένα πρώτο κλίμα, πάνω στο οποίο θα «πατήσουν» μερικά από τα ανερχόμενα καινούρια συγκροτήματα της εποχής, ανάμεσά τους και οι Itsutsuno Akai Fusen (Πέντε Κόκκινα Μπαλόνια), η πιο σπουδαία μπάντα στην ιστορία του ιαπωνικού folk. Έχοντας προβάρει έναν πολύ ντελικάτο ήχο, που στηριζόταν στις ακουστικές κιθάρες, το βιμπράφωνο (χωρίς να αποκλείονται τα ηλεκτρικά όργανα) και βεβαίως στις φωνές, οι Itsutsuno Akai Fusen «έπαιζαν» με τις παραδοσιακές μελωδίες, δημιουργώντας μία «μαγική» ατμόσφαιρα, τραγουδώντας φυσικά στη γλώσσα τους. Το πρώτο τους άλμπουμ προέρχεται από το 1969, ενώ το πιο σημαντικό τους φαίνεται πως ήταν το διπλό “Monument” από το 1972 (κυκλοφορεί και σε διπλό CD). Γνωστότερο μέλος των Itsutsuno Akai Fusen υπήρξε ο κιθαρίστας Takashi Nishioka, κινητήρια δύναμη πίσω από το project Tokedashita Garasubako (σημαίνει μάλλον «Λυωμένο Γυάλινο Κουτί»), ο οποίος έγραψε το 1970 για την URC ένα πανέμορφο psych-folk άλμπουμ σε συνεργασία με μέλη των Jacks, των Blues Creation, των Apryl Fool και των Folk Crusaders. Οι τελευταίοι υπήρξαν ένα από τα πιο διάσημα folk γκρουπ στο δεύτερο μισό των sixties, δραστηριοποιούμενοι έξω από την URC. Tραγουδούσαν σε διάφορες γλώσσες (αγγλική, ισπανική, ιαπωνική) κλασικά θέματα (“Guantanamera”, “La bamba”, “Jordan’s river”), θυμίζοντας συγκροτήματα όπως οι Kingston Trio, οι Weavers και τα συναφή. Πιο χαρακτηριστικό τους άλμπουμ υπήρξε το “Harenchi” στην Capitol, μάλλον από το 1968. Κιθαρίστας τους ήταν ο Kazuhiko Kato, που τον συναντάμε στο «Λυωμένο Γυάλινο Κουτί», αλλά και αργότερα στους Sadistic Mika Band, ένα από τα πιο γνωστά ιαπωνικά rock γκρουπ των seventies στη Δύση. Μία άλλη μπάντα που διακρίθηκε στα διάφορα κοινωνικο-πολιτικά events στα τέλη των sixties ήταν οι Yasumi No Kuni, προσωπικό όχημα του τραγουδοποιού Teruyuki Takahashi. H μοναδική ολοκληρωμένη δουλειά τους κυκλοφόρησε από την URC το 1972 και περιελάμβανε 7 κομμάτια που είχαν πρωτοεμφανιστεί σ’ ένα split LP του ’69 (μαζί με κάποια θέματα του Noboyasu Okabayashi), συν 5 ακόμη από ένα δεύτερο δικό τους άλμπουμ που ποτέ κανείς δεν είδε. To στυλ τους, με ακουστικές και ηλεκτρικές στιγμές, έβγαζε μια «τρέλα», που θύμιζε κάποιες φορές Van Dyke Parks, κυρίως στα περισσότερο έντονα κομμάτια τους όπως π.χ. το “Let’s drop dead”. Δίπλα στον Takahashi παρατάσσονταν τρεις ακόμη μουσικοί, ο Hitoshi Tanino μπάσο, ο Hiro Tsunoda ντραμς και ο Takasuke Kida φλάουτο, vibes, σαξόφωνα, πλήκτρα, όλοι μέλη των Jacks, του πιο σπουδαίου ιαπωνικού rock γκρουπ των sixties.
Μπαίνοντας στο 1970, εμφανίζονται στη σκηνή οι Happy End, μία από τις καλύτερες και πιο συνειδητοποιημένες rock μπάντες της περιόδου (για πολλούς Ιάπωνες υπήρξαν, απλώς, το κορυφαίο συγκρότημα της χώρας). Μέσα σε λίγα χρόνια καταφέρνουν να ηχογραφήσουν τρία άλμπουμ, το “Happy End” το 1970, το “Kaze Machi Roman” το 1971, αμφότερα στην URC, καθώς κι ένα ακόμη για την Bellwood το 1973, όλα ένας εκλεπτυσμένος συνδυασμός του ήχου των Band και των Little Feat με την δική τους «ιαπωνικότητα». Τραγουδούσαν φυσικά στην μητρική τους γλώσσα και είχαν ως μπασίστα τον Haruοmi Hosono (πριν στους ψυχεδελικούς Apryl Fool – θα γίνει παγκοσμίως γνωστός, αργότερα, ως μέλος της Yellow Magic Orchestra, μαζί με τους Ryuichi Sakamoto και Yukihiro Takahashi). Αξίζει επίσης να πούμε πως οι Happy End απετέλεσαν την backing band του Nobuyasu Okabayashi, όταν ο τελευταίος «έστριψε» προς τον ηλεκτρισμό (κατά το πρότυπό του, τον Βοb Dylan) το 1971. Xαρακτηριστικό είναι το 45άρι τους στην URC “Ie wa detakeredo / Kimi wo matteiru”. Tέλος, αξίζει να μνημονεύσουμε και μία γυναικεία παρουσία, την τραγουδοποιό Sachiko Kanenobu και το άλμπουμ της “Misora”, πάντα στην URC το 1972, που κινείται κοντά στην «εύθραυστη» folk της Joni Mitchell. Την Κanenobu συνοδεύει, παίζοντας σχεδόν όλα τα όργανα που ακούγονται στον δίσκο της, ο Haruomi Hosono. Φυσικά, πολύ υλικό διατίθεται σε CD, αφού οι Ιάπωνες ήδη από τα τέλη των eighties προβαίνουν σε περιποιημένες εκδόσεις από τον κατάλογο της URC. Kλασικές θεωρούνται οι συλλογές “History of Japanese Folk” (1989) με θέματα των Itsutsuno Akai Fusen, Wataru Takada, Ryo Kagawa, Kenichi Nagira, Goro και Isato Nakagawa, Shiba, Saito Tetsuo κ.ά., που φανερώνουν τις ποικίλες διαστάσεις της τοπικής “fork scene” – από Dylan και Ry Cooder, μέχρι rag guitar και... ιαπωνική old-timey. Σήμερα, εκείνες οι εκδόσεις έχουν αντικατασταθεί από άλλες νεώτερες, τις οποίες βρίσκει εύκολα κανείς στο ιαπωνικό Αmazon (παραγγέλνεις, με λίγη προσοχή, και ας μην καταλαβαίνεις τη γλώσσα).
γ. Το σώσε...
H πιο ισχυρή φράξια μέσα στην Zengakuren ήταν εκείνη που ερχόταν σε ανοιχτή κόντρα με το ΙΚΚ, ιδίως μετά τα γεγονότα της Πράγας, η επονομαζόμενη και Anti-Yoyogi Zengakuren. Όμως το πράγμα δεν θα σταματήσει εκεί, αφού νέες ιδεολογικές διασπάσεις θα δημιουργήσουν 10(!) νέες σέχτες, με τις περισσότερες να κινούνται προς την τροτσκιστική, αλλά και την μαοϊκή κατεύθυνση. Αυτή που μας ενδιαφέρει περισσότερο, επειδή είχε και ένα ισχυρό... μουσικό παρακλάδι ήταν η Shagakudo Sekigun, ή επί το ελληνικότερον ο Σύνδεσμος Σοσιαλιστών Φοιτητών ‘Κόκκινος Στρατός’. Η ομάδα αυτή ιδρύθηκε τον Σεπτέμβριο του ’69 και υπήρξε η πιο ακραία στις ενέργειές της. Βασικά, εδραστηριοποιείτο μέσα από τρεις ομάδες. Έναν «κεντρικό στρατό», τα τοπικά του παρακλάδια και ακόμη, ως συνεπής προς τις αρχές του τροτσκισμού, από ένα τμήμα με το σαφές καθήκον να «εξάγει» την δράση του Συνδέσμου και πέραν της χώρας. Υιοθετούσαν τη βία, και τα συνθήματά τους «πόλεμος στο Τokyo», «πόλεμος στην Osaka», φανέρωναν ανθρώπους αποφασισμένους να συγκρουστούν αγρίως. Δύο ήταν οι «χοντρές» ενέργειες που πραγματοποίησε ο Κόκκινος Στρατός εκείνα τα χρόνια. Η πρώτη ήταν αεροπειρατεία. Τον Μάρτιο του 1970, οδηγούν ένα πολιτικό αεροπλάνο των εγχώριων αερογραμμών στην Βόρεια Κορέα. Μέσα στην σοβαρότητά της, μιλάμε, επί της ουσίας, για μία τραγελαφική ιστορία. Οι τροτσκιστές του Κόκκινου Στράτου καταφεύγουν στο σταλινικό καθεστώς της Πιονγκγιάνγκ, το οποίο σημειωτέον είχε άριστες σχέσεις με το ΙΚΚ! Μεταξύ των αεροπειρατών ήταν κι ένα από τα βασικά στελέχη εκείνη την περίοδο των Hadaka No Rallizes (ή άλλως Les Rallizes Denudes), ενός από τα πιο άγρια rock γκρουπ που ηχογράφησαν ποτέ (και όχι μόνο στην Ιαπωνία). Το όνομά του: Moriyasu Wakabayashi. Mέλος επίσης του Κόκκινου Στρατού υπήρξε και η κινητήρια δύναμη των Hadaka, o κιθαρίστας Τakashi Mizutani. Αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων ήταν το συγκρότημα να βρεθεί στο στόχο, γενικώς, ηχογραφώντας μέσα σε 29 χρόνια παρουσίας στη σκηνή (1967-1996) ελαχιστότατο επίσημο υλικό. (Είναι η μία πλευρά στο διπλό άλμπουμ “OZ Days” του 1973). Σήμερα διατίθενται δεκάδες (!!) CD με εγγραφές αυτού του απίστευτου psych-punk-noise γκρουπ, το οποίο έχει περάσει προ πολλού στη σφαίρα του θρύλου. Eσωτερικές εκκαθαρίσεις, αλλά και συλλήψεις θα δώσουν ένα ισχυρό χτύπημα στον Κόκκινο Στρατό. Όσοι γλίτωσαν θα καταφύγουν στην κοιλάδα Bekaa του Λιβάνου, όπου και θα συνεργαστούν στενά με το Λαϊκό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Εκεί θα γίνει το σώσε. Στις 8 Μαΐου του 1972 η ισραηλινή αστυνομία θα σκοτώσει στο αεροδρόμιο Lod (του Ισραήλ) δύο άραβες επίδοξους αεροπειρατές. Λίγες μέρες αργότερα, στις 30 Μαϊου, οι Ιάπωνες του Κόκκινου Στρατού θα παρακάμψουν τα μέτρα ασφαλείας και μπαίνοντας πάνοπλοι στο αεροδρόμιο θα θερίσουν 24 ανθρώπους και θα τραυματίσουν άλλους 78, δρώντας ως «αντίποινα» για λογαριασμό των Παλαιστινίων. Απίστευτες καταστάσεις. Ένα άλλο γκρουπ που είχε έντονη πολιτική δράση εκείνα τα χρόνια στην Ιαπωνία ήταν οι Lost Aaraaff, η πρώτη μπάντα μιας πολύ σημαντικής φιγούρας του σύγχρονου noise, του Keiji Haino. Αυτοί στο ηχητικό τους κομμάτι ήταν πολύ επηρεασμένοι από την «θρασεία» μουσική του Albert Ayler, «χώνοντας» μέσα πολύ free rock. (Yπάρχουν ελάχιστες επίσημες εγγραφές τους, με ό,τι πιο καλό να βρίσκεται σ’ ένα γεμάτο CD απόκτημα της PSF από το 1991). Οι Lost Aaraaff πήραν μέρος στο φεστιβάλ Genya-sai τον Αύγουστο του 1971, αυτοσχεδιάζοντας... εναντίον του αεροδρομίου Narita, συμπαραστεκόμενοι στους αγρότες της περιοχής που αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν άρον-άρον τις εστίες τους. Μάλιστα από ’κει προέκυψε ένα ολόκληρο διπλό άλμπουμ (βλ. φωτό στην αρχή του κειμένου), στο οποίο ακούγονταν, ανάμεσα σε άλλους, οι Lost Aaraaff, οι blues-psych Blues Creation, oι freak-folkist Zuno Keisatsu, οι «ξεχυλωμένοι» DEW του τραγουδιστή-αρμονικίστα Fumio Nunoya (πριν στους Blues Creation) και ο θρύλος κιθαρίστας της «ελεύθερης φόρμας» Masayuki Takayanagi.
Τέλος δεν έχει η ιστορία... Νέοι folk-singers εμφανίζονται στο προσκήνιο «διαβάζοντας» τον Woody Guthrie, τον Pete Seeger, τον Dylan και την Baez. O Kan Mikami, ένας ζωντανός θρύλος της ιαπωνικής folk/avant, o Kazuki Tomokawa, αλλά και κάποια πιο «εμπορικά», ας το πούμε έτσι, ονόματα όπως ο Takuro Yoshida, με το εξαιρετικό folk-rock LP “Otogizoshi” στην CBS/Sony το 1973, ο οποίος παρ’ ολίγο να εμφανιστεί στην πατρίδα του με backing band τους Band. Ο Robbie Robertson δεν φαίνεται να είχε πρόβλημα, αλλά, μάλλον, είχε ο Dylan...
Πηγές 1. Κ. Ikeda, M. Matsunami, H. Harada, Y. Kokubun, Y. Sawara, M. Nakanishi, Zengakuren: Japan’s Revolutionary Students, Ishi Press, Berkeley 1970 2. Is/Πέρλμαν/Μάτικ κ.ά, 1968, η χρονιά που συγκλόνισε τον κόσμο, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1998 3. Τhe Wire, Issue 186, August 99, Alan Cummings “Far East freakout” 4. To site του αμερικανικού ‘The Center for Defense Information’ (www.cdi.org), για το ρεπορτάζ των όσων διαδραματίστηκαν στο αεροδρόμιο Lod τον Μάιο του ’72
Και τα τρία κείμενα για τον "ιαπωνικό Μάη" δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο τεύχος 158 του Jazz & Tzaz, τον Μάιο του 2006
|